Οι ποιητές χρειάζεται να οπλοφορούν

Ιουνίου 7, 2009 - Leave a Response

 

Κυκλοφόρησε το βιβλίο του Γιάννη Υφαντή

 ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ*, εκδόσεις ΑΧ, 2009, δεύτερη έκδοση συμπληρωμένη, σελίδες 530.

Σε όλα τα βιβλιοπωλεία της χώρας.
Κεντρική διάθεση: «Βιβλιοβάρδια», Αριστοτέλους 8, Θεσσαλονίκη, τηλέφωνο – φαξ: 2310-220415,
info@vivliovardia.gr και yannisyfantis@yahoo.gr

_______________
* ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ: Όλες οι ποιητικές συλλογές, κι ακόμη, όλα τ’ ανέκδοτα ποιήματα του Γιάννη Υφαντή, σ’ έναν τόμο.
Οι μεταμορφώσεις του Μηδενός· επειδή όλοι οι αριθμοί κι όλα τα γράμματα είναι μεταμορφώσεις αυτού του μαγικού σχήματος που λέγεται Μηδέν· επειδή όλα τα ποιήματα κι όλα τα όντα, είναι μεταμορφώσεις του Μηδενός (δηλαδή του Κανενός), όντας όψεις της Μάγια, της Μεγάλης Ψευδαίσθησης, μέσα στην οποία ζούμε, είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι, «Κάτω απ’ το εικόνισμα των άστρων», ανάμεσα στις «Μάσκες του Τίποτε».

 
METAMORFOSEISMHDENOS

 

Οι ποιητές χρειάζεται να οπλοφορούν

Η κόλαση των ποιητών είναι η ασχήμια
γι’ αυτό
       οι ποιητές
              χρειάζεται
                    να οπλοφορούν.

Α τους υποκριτές
μιλούν για βία, βασανισμούς και καταπίεση κι εγκλήματα
και μήτε που υποψιάζονται
πόσο υποφέρει ένας ποιητής σαν ταξιδεύει
με υπεραστικό που διαθέτει κασετόφωνο.
Η κόλαση των ποιητών είναι η ασχήμια
γι’ αυτό
       οι ποιητές
              χρειάζεται
                    να οπλοφορούν.

Από τη συλλογή

Ποιήματα Κεντήματα στο Δέρμα του Διαβόλου (1988)

2608023984_260ec29ab1

Του έρωτα

Του έρωτα
πρέπει να του δινόμαστε γυμνοί
όπως δινόμαστε στον ύπνο και στο θάνατο, γιατί
ο έρωτας θαρρώ είναι η μόνη
                        μεταλαβιά
                                 αιωνιότητας∙ ο έρωτας
είναι η λύτρωση του τέλειου χορού, είναι
                       η αγαλλίαση
                                του Καιρού.

Από τη συλλογή Ο καθρέφτης του Πρωτέα (1986)

 

 Τα αίτια του τρωικού πολέμου

Λένε πολλά για τις αιτίες που οδήγησαν
σε σύρραξη τους Τρώες και τους Έλληνες
στα 1400 π.Χ., στην Ιωνία.
Οι πιο μοντέρνες θεωρίες μάς μιλούν για τη συνήθεια
του πλιάτσικου που φτάνει ως τις μέρες μας.
Οργανωμένες συμμορίες από κράτη, εταιρείες, βασιλείς,
πολιορκούσαν, έκαιγαν και άρπαζαν
κοπάδια, θησαυρούς, γυναίκες, δούλους.

Όμως εντύπωση εμένα πάντα μού ‘καναν
οι λεπτομέρειες εκείνες σαν κι αυτή
που σαν οι Έλληνες εσύρανε τα πλοία τους
μαύρα και με τεράστια τα μάτια τους στην πλώρη
όταν οι Έλληνες εσύρανε τα πλοία τους
σε μακριά παράταξη εκεί στην αμμουδιά. Το πρώτο πράγμα
που ‘καμαν αφού στήσαν τις σκηνές τους
ήσανε τα λουτρά, με τους λουτήρες, με τις βρύσες
κ’ ήταν μετά το στάδιο για τα παιχνίδια των αγώνων.

Βεβαίως χρειαζόντουσαν κοπάδια για τροφή
βόδια και πρόβατα και γίδια. Χρειαζόντουσαν
ψωμί και οίνο και ξυλεία, χρειαζόντουσαν
σκλάβες γυναίκες που γινόντουσαν
πολύ συχνά οι γλυκές συντρόφισσές τους
πάνω σε φλοκάτες κ’ υφαντά της Αιτωλίας,
των Μυκηνών, της Θεσσαλίας, της Ιθάκης.
Βεβαίως και ζητούσαν, κ’ υποχρέωναν ή άρπαζαν
αλλά ο πόλεμος δεν έγινε γι’ αυτά.

Όταν γυμνή σε κοίταζα στο στρώμα μου
εκεί στο πέτρινο σπίτι που για φύλακες
έχει αστερισμούς. Ενώ σε κοίταζα
έξω απ’ τον καθρέφτη, ζωντανή μέσα στο χρόνο
ενώ σε κοίταζα κι απόλαυσα
ξανά και πάλι και ξανά και πάλι και ξανά
τη θεϊκή, τη φονική σου ομορφιά,
κατάλαβα καλά που αυτός ο πόλεμος
έγινε μοναχά για μια γυναίκα.

Από τη συλλογή Έρως ανίκατε μάχαν (2004)

 

 Σόμπα

Με ποιόνε απόψε να μιλήσω Σόμπα
Γριά μου χιμπατζίνα σιδερένια ζεστή μου γιαγιά
Σόμπα με βίδες και με πόρτα στην κοιλιά σου Σόμπα
Που υψώνεις το βραχίονά σου από μπουριά και
Μπήγεις τη ζαρωμένη σου γροθιά στον τοίχο, Σόμπα
Κι αν είναι ντενεκένια η καρδιά σου και στις φλέβες σου
τρέχει πετρέλαιο ξέρω πως
Είσαι ενσάρκωση του ʼγνι και απόγονος
Της σπιτικής θεάς Εστίας και ξέρω πως
Είν’ η ψυχή σου από φωτιά∙ α πόσο χαίρομαι
Σόμπα ν’ ακούω εκείνο το
Λαμπαδολαμπάδιασμα της ψυχής σου και
Να νιώθω την
Με τα γαλάζια της ποδάρια ριζωμένη στο πετρέλαιο να χορεύει
Τη φλόγινη γύμνια της
Απλώνοντας τη ζέστα στη σάρκα μου
Στα ρούχα μου, στα βιβλία μου, σ’ όλη
Την κάμαρά μου, ακόμα και… α Σόμπα
Πόσο με συντροφεύει η ψυχή σου εδώ μες στο κελί μου
Πόσο μου δίνει δύναμη να υφαίνω
Το κάλυμμα ετούτο του κενού∙ και βέβαια συ
Θαρρώ με νιώθεις σ’ όλα ετούτα Σόμπα
Τι κι αν δεν έχεις μάτια, μύτη ή αυτιά
Έχεις και συ δα τόσες τρύπες, κάτι ξέρεις
Κι όχι μονάχα από τούτα, μα κι απ’ τ’ άλλα
Τα μακρινά κι έξω απ’ το σπίτι όταν
Απάνω στην ταράτσα μού καμώνεσαι
Πως βγάζεις μέσ’ απ’ το καπέλο σου καπνό και τέτοια κόλπα
Το νιώθω, ακούς, μυρίζεις, βλέπεις, ξέρεις για
Τα τρυφερά ποδάρια της βροχής, για τους αγγέλους
Που χορεύουν και στροβιλίζοντ’ α–
λαφροπατώντας με
Νιφάδες χιονιού, για το αίνιγμα
Της ομίχλης
Στην πόλη που γίνετ’ η
Στοιχειωμένη χώρα του δράκοντα. Σόμπα
Γριά μου χιμπατζίνα σιδερένια ζεστή μου γιαγιά
Σόμπα με βίδες και με πόρτα στην κοιλιά σου Σόμπα
Που υψώνεις το βραχίονά σου από μπουριά και… Σόμπα
Άσε με τώρα να γυρίσω την καρδιά σου στο μηδέν
Άσε ν’ ακούω ξαπλωμένος στο σκοτάδι
Της συστολής σου εκείνο το
Σκουριασμένο μερμήγκιασμα, π’ όλο χάνεται,
Ενώ ο νους μου βασιλεύει και ολόκληρος
Βουλιάζω μες στον ύπνο κι εξαγνίζομαι.

Από τη συλλογή Μανθρασπέντα (1977)

Χαρούμενο τραγούδι

                                         I

Έρχεται η φωνή μου άνεμος του απείρου.
Έρχεται η φωνή μου φορτωμένη την
                          αρσενική
Γύρη των άστρων∙ έρχεται
Στο λουλούδι του νου σου.

                                        II

Έρχομαι από την άκρη μιας
Αιωνιότητας.
Με προβιά και με έκσταση
Μ’ ένα κομμάτι σεληνόφωτο στο μέτωπο
                                 και μ’ ένα κέρατο στη ζώνη
Με μνήμες από πάχνη κι από φωτιά
Έρχομαι από την άκρη μιας
Αιωνιότητας.
Άφησα τα χνάρια μου πάνω στον
Πηλό του φωτός.
Φόρεσα τη θωριά του νερού.
Φόρεσα τη δυσκινησία των οστρακόδερμων.
Βόσκησα τους ανέμους κι εξημέρωσα τους ήχους.
Έζησα του λύκου την έκσταση
Μπροστά στον πάγο και τη φωτιά.
Έρχομαι από την άκρη μιας
Αιωνιότητας.
Έρχομαι από την έρημο των άστρων.

                                       III

Έρχομαι από την έρημο των άστρων.
Μοναχικός βαδίζω ερημώνοντας το μέλλον.
Στερεύουν οι πηγές της πλάνης τα πάντα ξηραίνονται.
Πλούσια απλώνεται η άμμος και μονάχα η άμμος
Χώρος για περισσότερη σκέψη
Χώρος για περισυλλογή κι ελευθερία
Χώρος του άδειου και της φωτιάς.
Έρχομαι από κει όπου πηγαίνετε
Έρχομαι από την έρημο των άστρων.
Μοναχικός φυτρώνω μες στην έρημο των λαών. Ώριμος
Ήλιος
Γέρνω από γύρη σοφίας.

Από τη συλλογή Μανθρασπέντα (1977)

Ο Γιάννης Υφαντής γεννήθηκε το 1949 στη Ραΐνα της Αιτωλίας. Αφού έζησε για 32 χρόνια στη Θεσσαλονίκη, επέστρεψε στον τόπο καταγωγής του και στο Αγρίνιο, κι εντέλει επέλεξε ως τόπο μόνιμης διαμονής το Πελασγικόν Τσουκαλάδων, στη Λευκάδα. Έχει σπουδάσει Νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, όπου επίσης, παρακολούθησε μαθήματα Φιλοσοφίας, Αρχαιολογίας και Αστρονομίας. Έχει συνεργαστεί με ελληνικές και ξένες εφημερίδες, καθώς και με πολλά ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά και αρκετά ξένα. Εργάστηκε για δυο χρόνια στο Κρατικό Ραδιόφωνο Θεσσαλονίκης, κάνοντας τις εκπομπές «Ελληνική και παγκόσμια ποίηση» και «Κατά βάθος το θέμα είναι ένα». Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1977 με την ποιητική συλλογή «Μανθρασπέντα» και συστήθηκε στους αναγνώστες με ένα μόνο στίχο:
“Παις ειμί γας και ουρανού αστερόεντος.”

Ακολούθησαν αρκετές ακόμη συλλογές και μεταφράσεις. Ποιήματά του μεταφράστηκαν κυρίως στα Ιταλικά, στα Βουλγαρικά, στα Αγγλικά, στα Γαλλικά, στα Αραβικά, στα Φινλανδικά, όπως επίσης στα Ρωσικά, στα Ισπανικά, στα Σλαβομακεδόνικα, στα Κινέζικα, στα Σερβικά, στα Κουρδικά, στα Εβραϊκά και στα Γερμανικά. Ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που εκπροσώπησε την Ελλάδα στο εξωτερικό και παρουσίασε το έργο του σε διάφορα φεστιβάλ (Αίγυπτο, Φινλανδία, Κύπρο, Γαλλία, Βουλγαρία, Γερμανία, Αλγερία.)

η εργογραφία του:

Ποιητικές συλλογές:
«Μανθρασπέντα», εκδ. Τραμ, Θεσσαλονίκη, 1977
«Ο καθρέφτης του Πρωτέα», εκδ. Ιανός, Θεσσαλονίκη, 1986
«Ποιήματα Κεντήματα στο Δέρμα του Διαβόλου», εκδ. Ρόπτρο, Αθήνα, 1988
«Ναός του Κόσμου», εκδ. Δελφίνι, 1996
«Αρχέτυπα» (συνθέσεις από φωτογραφίες, ζωγραφιές και χειρόγραφη ποίηση), εκδ. Ζήτη, Θεσσαλονίκη, 2001
«Έρως ανίκατε μάχαν», εκδ. Μελάνι, Αθήνα, 2004
«Οι μεταμορφώσεις του μηδενός» (συγκεντρωτική έκδοση που περιλαμβάνει και ανέκδοτα ποιήματα), εκδ. Άγκυρα, Αθήνα, 2006

Πεζογραφία:
«Αθανάτου Μνήμης Σημεία», εκδ. Ροές, Αθήνα, 1987
«Το ιδεόγραμμα του φιδιού», εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2003

Μεταφράσεις:
«Μυστικοί της Ανατολής», εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1982
«Αρχαία Έδδα» (μετάφραση που περιλαμβάνεται πια στο βιβλίο «Ο Κήπος της Ποίησης»), εκδ. Θυμέλη, Αθήνα, 1983
«Ο Κήπος της Ποίησης» (4.500 χρόνια ξένης ποίησης), εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2000

%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%AF%CF%84%CE%BF%20%CF%84%CE%BF%CF%85%20%CE%93%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%20%CE%A5%CF%86%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AE

Boris Vian

Μαρτίου 28, 2009 - Leave a Response

images5

ΑΝ ΕΒΡΕΧΕ ΔΑΚΡΥΑ

Αν έβρεχε δάκρυα
Όταν πεθαίνει μι’ αγάπη
Αν έβρεχε δάκρυα
Όταν βαραίνουν οι καρδιές

Σ’ ολόκληρη τη γη
Για ένα σαραντάμερο
Δάκρυα πικρά
Θα πνίγανε τους πύργους

Αν έβρεχε δάκρυα
Όταν πεθαίνει ένα παιδί
Αν έβρεχε δάκρυα
Όταν γελάνε οι κακοί

Σ’ ολόκληρη τη γη
Με γκρίζα κύματα και κρύα
Δάκρυα πικρά
Το παρελθόν θα τάραζαν

Αν έβρεχε δάκρυα
Όταν σκοτώνουμε τις καθαρές καρδιές
Αν έβρεχε δάκρυα
Όταν χανόμαστε κάτω απ’ τα τείχη

Σ’ ολόκληρη τη γη
Θα γίνονταν κατακλυσμός
Από τα δάκρυα τα πικρά
Των δικαστών και των ενόχων

Αν έβρεχε δάκρυα
Κάθε φορά που ο θάνατος
Κραδαίνοντας τα όπλα του
Σκίζει τα σκηνικά

Σ’ ολόκληρη τη γη
Δε θα ‘μενε πια τίποτα
Παρά τα δάκρυα τα πικρά
Του πένθους και της φρίκης.

imagesq

ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΖΩ

Γιατί να ζω
Γιατί να ζω
Για το πόδι το χλωμό
Κάποιας ξανθιάς
Στον τοίχο ακουμπισμένο
Κάτω από πλούσιο ήλιο
Για το πανί το στρογγυλό
Ενός καϊκιού στενόμακρου
Για της κουρτίνας τη σκιά
Τον κρύο μου καφέ
Για ν’ ακουμπάω την άμμο
Για να κοιτάω το βυθό
Που τόσο είναι γαλάζιος
Που κατεβαίνει έτσι βαθιά
Μαζί με τα ψαράκια
Τα ήρεμα ψαράκια
Βοσκάνε κάτω εκεί
Ή φτερουγίζουν πάνω
Από φύκια μαλλιά
Σαν πουλιά βραδυκίνητα
Σα γαλάζια πουλιά
Γιατί τάχα να ζω
Μα γιατί είν’ ωραίο.

images-w

ΑΚΟΜΑ ΕΝΑΣ

Ακόμα ένας
Μα χωρίς αιτία
Αφού οι μισοί
Ρωτάνε ό,τι ρωτούν κι οι άλλοι μισοί
Αφού τους απαντάνε με τα λόγια των άλλων
Τι άλλο πια κι εσύ να κάνεις
Παρά να γράφεις σαν τους άλλους
Και ν’ αμφιβάλλεις
Να επαναλαμβάνεις
Να ψάχνεις
Να ζητάς
Τίποτα να μη βρίσκεις
Ν’ αηδιάζεις
Και να λες
Σε τίποτα δε βγάζει
Θα ‘ταν καλύτερα να κέρδιζες τη ζωή σου
Μα τη ζωή μου εγώ την έχω, τη ζωή μου
Να την κερδίσω δεν υπάρχει ανάγκη
Πρόβλημα αυτό δεν είναι
Δεν είν’ εκεί το πρόβλημα
Προβλήματα θαρρώ είναι τα υπόλοιπα
Όμως τα έχουν όλα επισημάνει
Για όλα έχουν ρωτηθεί
Και για τα πιο ασήμαντα
Λοιπόν τι άλλο πια μου μένει
Έχουνε πάρει όλες τις λέξεις τις κατάλληλες
Όλες τις λέξεις τις ωραίες για να μιλήσεις
Τις αφρισμένες, τις ζεστές και τις μεγάλες
Τους ουρανούς, τ’ αστέρια, τα φωτάκια,
Τις άγριες, τις μαλακές σαν κύμα
Λυσσάνε, ροκανίζουνε κόκκινα βράχια
Γεμάτες με σκοτάδι και κραυγές
Γεμάτες αίμα κι αισθησιασμό
Γεμάτες με βουντούζες και ρουμπίνια
Λοιπόν εμένα τι μου μένει
Θα πρέπει να ρωτιέμαι αθόρυβα
Δίχως να γράφω δίχως να κοιμάμαι
Πρέπει να ψάχνω για λογαριασμό δικό μου
Και δίχως να το λέω, ούτε στο θυρωρό
Στο νάνο που κινιέται κάτω από τα πόδια μου
Ή στον παπά του συρταριού μου
Πρέπει να σκύβω μέσα μου
Χωρίς να παραστέκεται καμιά καλογριά
Σα χωροφύλακας να ορμήσει να μ’ αρπάξει
Και να μου μπήξει ένα μαχαίρι αλειμμένο βαζελίνη
Πρέπει να χώσω ένα μίσχο στα ρουθούνια
Την ουραιμία να εμποδίζει του εγκεφάλου
Να βλέπω οι λέξεις μου να τρέχουν
Όλοι τους έχουν αναρωτηθεί
Δεν έχω πια δικαίωμα να μιλάω
Έχουνε πάρει τα ωραία και τα λαμπρά
Όλα τους τώρα βρίσκονται ψηλά
Εκεί που είναι θρονιασμένοι οι ποιητές
Με λύρες αυτοκίνητες
Με λύρες ατμοκίνητες
Με λύρες σαν αλέτρια
Και Πήγασους από αντιδραστήρες
Δεν έχω θέμα πια
Κι οι λέξεις που μου μένουν είναι ανούσιες
Βλακώδεις λέξεις άνοστες
Έχω το εγώ, αυτός, αυτή, αυτές
Έχω το του, ποιος, ποιο και τι
Τι να ‘ναι, κείνος, κείνη, αυτοί, εμείς, εσείς και ούτε
Πώς θέλετε να γράψω ποίημα
Με τέτοιες λέξεις;
Ε, λοιπόν, ας είναι, δε θα γράψω.

images4

ΕΧΟΥΝΕ ΟΛΑ ΕΙΠΩΘΕΙ ΕΚΑΤΟ ΦΟΡΕΣ

Έχουνε όλα ειπωθεί εκατό φορές
Και μάλιστα καλύτερ’ από μένα
Αν λοιπόν γράφω στίχους
Είναι γιατί μ’ αρέσει
Είναι γιατί μ’ αρέσει
Είναι γιατί μ’ αρέσει
Να μπαίνω στο ρουθούνι σας.

images8

ΘΑ ‘ΘΕΛΑ

Θα ‘θελα
Θα ‘θελα
Να γίνω μέγας ποιητής
Και με δαφνόφυλλα σωρό
Να με στολίζουν
Να όμως που
Δεν με τραβάνε-όσο πρέπει-τα βιβλία
Και η ζωή μ’ απασχολεί τόσο πολύ
Και τους ανθρώπους αγαπώ τόσο πολύ
Που δε μου είναι μπορετό να γράφω πάντα
Μονάχα περί ανέμων
Και υδάτων.

images6

ΘΑ ΠΕΘΑΝΩ ΑΠΟ ΚΑΡΚΙΝΟ
ΤΗΣ ΣΠΟΝΔΥΛΙΚΗΣ ΣΤΗΛΗΣ

Θα πεθάνω από καρκίνο της σπονδυλικής στήλης
Θα ‘ναι βράδυ τρομερό
Φωτεινό, ζεστό, μυρωμένο, ηδονικό
Θα πεθάνω από κάποια κύτταρα
Που σάπισαν
Θα πεθάνω μ’ ένα πόδι φαγωμένο
Από γιγάντιο ποντικό βγαλμένο από γιγάντια τρύπα
Θα πεθάνω από εκατό γδαρσίματα
Ο ουρανός θα πέσει πάνω μου
Και θα κομματιαστεί σαν κρύσταλλο βαρύ
Θα πεθάνω από μια έκρηξη
Που θα τρυπάει τ’ αυτιά
Θα πεθάνω από υπόκωφες πληγές
Στις δύο τα ξημερώματα
Που αναποφάσιστοι και φαλακροί φονιάδες θα μ’ ανοίξουν
Θα πεθάνω χωρίς να ξέρω
Πως πεθαίνω, θα πεθάνω
Κάτω απ’ τα στεγνά ερείπια τυλιγμένος
Με χίλια μέτρα μπαμπακιού
Πνιγμένος μες στο λάδι του κενού
Στα πόδια χτυπημένος από ζώα αδιάφορα
Κι αμέσως ύστερα από ζώα διάφορα
Θα πεθάνω γυμνός ή ντυμένος στα κόκκινα
Ή ραμμένος σε σάκο γεμάτο λεπίδες
Θα πεθάνω με άβαφτα ίσως
Των ποδιών μου τα νύχια
Και τα χέρια γεμάτα με δάκρυα
Και τα χέρια γεμάτα με δάκρυα
Θα πεθάνω με ξεριζωμένα βλέφαρα
Κάτω από ένα λυσσασμένο ήλιο
Όταν σιγά μου πούνε
Λόγια μοχθηρά στ’ αυτί
Θα πεθάνω βλέποντας να βασανίζουνε παιδιά
Και άντρες έκπληκτους κι ωχρούς
Θα πεθάνω ζωντανός ενώ σκουλήκια
Θα με τρώνε, θα πεθάνω με
Δεμένα χέρια κάτω από ‘να καταρράχτη
Θα πεθάνω μέσα σε φωτιά θλιμμένη
Θα πεθάνω λίγο, θα πεθάνω πολύ,
Χωρίς πάθος, αλλά μ’ ενδιαφέρον
Και μετά όταν όλα θα ‘χουνε τελειώσει
Θα πεθάνω.

images

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΣΚΥΛΕ

Βλέπω στο δρόμο ένα σκυλί
Του λέω: Τι κάνεις σκύλε;
Φαντάζεστε ποτέ να μ’απαντούσε;
Όχι; Ε, να λοιπόν που ωστόσο μ’ απαντάει
Αν και γι’αυτό βεβαίως εσείς δε δίνετε πεντάρα
Έτσι όταν βλέπω γύρω μου ανθρώπους
Να προσπερνάνε τα σκυλιά χωρίς καν ένα βλέμμα
Νιώθω βαθιά ντροπή για τους γονιούς τους
Και των γονιών τους τούς γονιούς
Γιατί μια τόσο φοβερή ανατροφή
Προϋποθέτει τρεις γενιές -δεν υπερβάλλω διόλου!-
Σύφιλη κληρονομική
Όμως προσθέτω
-Μην τυχόν και ταραχτεί κανένας-
Ότι τα πιο πολλά σκυλιά συνήθως δε μιλάνε.

Ο ΛΙΠΟΤΑΧΤΗΣ

Κύριε Πρόεδρε
Σας γράφω ένα γράμμα
Που ίσως να διαβάσετε
Αν έχετε καιρό.

Φτάσανε τα χαρτιά μου
Πως πρέπει να καταταγώ
Να φύγω για τον πόλεμο
Τʼ αργότερο Τετάρτη.

Όμως Κύριε Πρόεδρε
Δεν πρόκειται να πάω
Δεν βρέθηκα σ’ αυτή τη γη
Για να σκοτώνω αθώους.

Δε θέλω να θυμώσετε
Μα πρέπει να σας πω
Πως το ‘χω πάρει απόφαση
Να γίνω λιποτάχτης.

Βλέπω στη λίγη μου ζωή
Πως πέθανε ο πατέρας μου
Πως φύγανε τ’ αδέρφια μου
Και τα παιδιά μου κλαίνε.

Η μάνα μου απ’ τα βάσανα
Τώρα βαθιά στον τάφο
Γελάει με τους εξοπλισμούς
Περιγελάει τους στίχους.

Όταν με χώσαν φυλακή
Αρπάξαν τη γυναίκα μου
Αρπάξαν την ψυχή μου
Το παρελθόν που αγάπησα.

Αύριο ξημερώματα
Την πόρτα θα χτυπήσω
Στα μούτρα των νεκρών καιρών
Και θα χυθώ στους δρόμους.
Θα ζητιανέψω τη ζωή μου
Γυρνώντας τη Γαλλία
Από Βρετάνη ως Προβηγκία
Και σ’ όλους θα φωνάξω

Άρνηση στην υποταγή
Άρνηση στην κατάταξη
Μην πάει κανείς στον πόλεμο
Να φύγετε αρνηθείτε.

Αν πρέπει αίμα να χυθεί
Να δώστε το δικό σας
Αφού αυτό διδάσκετε
Σε όλους, Κύριε Πρόεδρε.

Κι αν είναι να με πιάσετε
Πέστε στους χωροφύλακες
Ότι θα είμαι άοπλος
Κι αν θέλουν, ας μου ρίξουν.

ΠΡΩΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

Στον Ζαν Μπουλλέ
για να του αλλάξω ιδέες

Όταν ένας άντρας αγαπάει μια γυναίκα
Την παίρνει καταρχή στα γόνατά του
Φροντίζει να της βγάλει τη φουστίτσα
Ώστε το πανταλόνι του να μην καταστραφεί
Γιατί το ύφασμα πάνω στο ύφασμα
Φθείρει το ύφασμα.
Κατόπι με τη γλώσσα του κοιτάει αν της έγινε
Σωστά η αφαίρεση αμυγδαλών
Αλλιώτικα υπάρχει φόβος μόλυνσης.
Μετά, για να μη μένουνε τα χέρια του αδρανή
Ψάχνει βαθιά, όσο μπορεί βαθύτερα
Ωσότου ανακαλύπτει την ουρά
Από ‘ναν άσπρο ποντικό
Που ‘χει βαφτεί στο αίμα
Και μαλακά τραβάει την κλωστή
Να φτάσει ως το ταμπάξ.

 

Ο Μπορίς Βιάν γεννήθηκε το 1920 στη Βιλ ντ’ Αβραί, και σπούδασε στη Σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών, απ’ όπου πήρε πτυχίο μηχανικού το 1942. Μια σύντομη δημοσιοϋπαλληλική καριέρα (1942-6) και ένας χρόνος εργασίας σε μια μεγάλη χαρτοποιία, έκλεισαν το 1947, με την έκδοση του πρώτου του βιβλίου, με τίτλο Ο αφρός των ημερών. Με το ψευδώνυμο «Βέρνον Σάλλιβαν» πρωτοεμφανίστηκε την ίδια χρονιά (1947), υπογράφοντας το Θα φτύσω στους τάφους σας, που έγινε κινηματογραφική ταινία το 1959. Ακολούθησαν κι άλλα «σκληρά» μυθιστορήματα αμερικανικού τύπου, που τον έκαναν διάσημο ως Σάλλιβαν, αλλά τα βιβλία που δημοσίευσε με το δικό του όνομα δεν γνώρισαν ιδιαίτερη επιτυχία.

Το 1959, απογοητευμένος και σε οικονομικό αδιέξοδο, εγκατέλειψε οριστικά το γράψιμο. Είχε προλάβει ωστόσο να δημοσιεύσει μια ποιητική συλλογή και δύο θεατρικά έργα. Ως το 1959 που πέθανε, έζησε με τον τρόπο που πάντοτε ονειρευόταν: έπαιξε στον κινηματογράφο, έγινε κριτικός της τζάζ, και έκανε περιοδείες στην επαρχία, τραγουδώντας δικά του τραγούδια.

ΜΠΟΡΙΣ ΒΙΑΝ,ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΣΗΣ Θ. ΝΙΑΡΧΟΣ (ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΝΩΣΗ, 1992)

Κώστας Ριτσώνης:Μεταφράζοντας JACQUES PREVERT

Φεβρουαρίου 4, 2009 - Leave a Response

img093

img092

img091

img090

img089

img088

img087

img086

img085

img084

img083

img081

img080

img079

ΩΔΗ ΣΤΑ ΠΑΡΚΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΚΟΠΕΛΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΙΚΩΝ

Ιανουαρίου 3, 2009 - Leave a Response

stephplat1

Ήμασταν κι οι δύο έτοιμοι για έρωτα
καθώς για ώρα μ’ άγγιζε μες το λεωφορείο.
Χάιδευα με τα χέρια μου τη φούστα της
το εξαίσιο λινό που άναβε το δέρμα
κι ένοιωθα με τα δάχτυλα
το λαστιχένιο της κιλότας περίγραμμα 
και μύριζα μασχάλη βαθιά καθώς
κρατιότανε το χέρι της από τον πήχη του αστικού
εκλιπαρώντας οργασμό το χνώτο του κορμιού.
Και κατεβήκαμε εκεί σε μιαν άγνωστη στάση
με λύσσα και οι δυο πατώντας το κουμπί.
Τρέχοντας με τα τέλεια αρματωμένα μας κορμιά
στην αγκαλιά του πάρκου να χωθούμε.
Αρχίζοντας συνομιλίες τρυφερές, με κείνες
τις γλυκές σιωπές του έρωτα.
Κι όπως η καύλα μας χτυπούσε στα μελίγγια   
κι οι γλώσσες μας αχόρταγα ζευγάρωναν
άγρια έσκισα εγώ τη μουσκεμένη της κιλότα
αφήνοντας σημάδια με το λάστιχο στο αφηνιασμένο της κορμί.
Κι έσταζε ο ιδρώτας στα γυμνωμένα μπούτια
κι ένοιωσα το σάλιο απ’ το φιλί της μεσ’ τα αυτιά μου
να το στεγνώνει ο άνεμος.
Κι ένοιωσα το λαχάνιασμα και το ζεστό της κόρφο
της μήτρας το λαμπάδιασμα
τα υπέροχα ζεματιστά της χείλη να μου γλείφουν το φαλλό.
Κι εκεί πάνω στην ένδοξη διχάλα
τίναξα τους σπόρους μου.
Κι ήταν αυτό το χύσιμο ανάμεσα στα μπούτια
μια στιγμή αιωνιότητας
καθώς δυο άγνωστοι θεοί τρωτοί και εύθραυστοι
κάτω απ’ τη μυρουδιά των πεύκων και των χόρτων.
Τριγυρισμένοι από μερμήγκια θεατές.
Κι ήτανε μια μεταλαβιά των πάρκων
μια λειτουργία για τα κρησφύγετα των εραστών
τις γιάφκες τις ευλογημένες του έρωτα.
Αυτές που κρύβουν μέσα τους
σπέρματα και προφυλακτικά
κι άλλα της ηδονής απομεινάρια ένδοξα
όπως αυτή την ταπεινή κιλότα
που ξέσκισα με δύναμη.
Όπως αυτά τα άγια εσώρουχα
των εραστών τα τρόπαια
της λιτανείας κοριτσιών το λάγνο αεράκι.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

από τη φιλολογική πρωτοχρονιά του ΠΟΙΕΙΝ

ΕΝΝΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΥΦΑΝΤΗ

Νοεμβρίου 28, 2008 - Leave a Response

cogan_thinking_of_venus_21x15

Περιοδικό «ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ» τεύχος 144

 

ΕΝΝΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΥΦΑΝΤΗ

 ΑΡΑΚΥΝΘΟΣ

    

 

            Aράκυνθος

            μ’ αυτό το νθ στο «Zάκυνθος»

κι ακόμα στο «υάκινθος»,

            στο «Όλυνθος», στο «Kόρινθος», στο «άνθος» και στο «άκανθος»

και στον Ερύμανθο να ψάχνεις τον ερήμανθο

της Πενθεσίλειας και του ένθεου Κυνός

που τρέχει πίσω από τις φτέρνες του Ωρίωνος.

 

            Aράκυνθος

            του αρακά το άνθος κι ας λανθάνω

            αρκεί που στο παιχνίδι μου αλάνθαστα μανθάνω

            τις έστιν ο ηλίανθος, το πένθος κι ο Πενθέας

τις έστιν ο αλίανθος, κι αυτή της Λευκοθέας

η άπατη ενθύμηση που ερέβυνθο τη λέγει

όταν η Κύνθεια ναυαγούς τους κάνθαρους συλλέγει.

 

 

ΤΑΔΕ ΕΦΗ ΤΖΑΡΑΤΟΥΣΤΡΑ 

 

Ο Λύκος βγήκε στα βουνά,

τον αδερφό του τον φονιά,

τον Άγιον Ήλιο ν’ ανταμώσει

κι ένα στιχάκι να του δώσει.

 

Χαίρε ο που μεσουρανείς

κι όλη τη Γη ζωογονείς,

που βασιλεύεις όταν δύων

ω ακατάσβεστο αιδοίον.

 

 

ΜΟΥ ’ΠΕ ΤΗΣ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗΣ ΤΟ ΠΑΙΔΙΟΝ

 

Μού ’πε της Ευφροσύνης το παιδίον:

«Πάντα εγώ τ’ αλλότρια τα κρίνω εξ αιδοίων».

 

 

 

ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

 

Αυγά, του έρωτα παιδιά, γεννιούνται στη φωλιά.

Κι άλλ’ απ’ αυτά θα γίνουνε ελεύθερα πουλιά

κι άλλα θα γίνουν θαυμαστά μάτια τηγανητά.

 

Τέλος υπάρχουν και τ’ αυγά εκείνα που κλουβιάζουν

και την αδρεναλίνη ως λεν στα ύψη ανεβάζουν

όταν στη μούρη κανενός επίσημου τα σπάζουν.

 

 

ΓΙΑΠΗΣ ΠΗΓΕ ΣΕ ΓΙΑΠΙ

 

Γιάπης πήγε σε γιαπί

να μαδήσει ένα παπί

και τον πιάσαν τα λαμόγια

να τον δώσουνε στον μπόγια.

 

Τους ξεφεύγει κι αστραπή

χώνεται σ’ ένα καπί

τις γιαγιάδες να γαμάει

και γερά να κονομάει.

 

 

ΞΑΦΝΙΑΣΜΑ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ

 

Στόμα μου πληγωμένο κι άφταστο,

σώμα μου αγαπημένο κι άπιαστο.

Κλειστά μου βλέφαρα στα χείλη μου απαλά,

μαλλιά μου ευωδιαστά, στο πρόσωπό μου

απρόσμενη, παρήγορη δροσιά,

ανάπαυση για λίγο της γλυκειάς μου ταραχής,

πηγή ανέγγιχτη σα μέσα σε καθρέφτη,

λαχτάρα της νομάδας μου ψυχής,

ξάφνιασμα της γραφής άστρου που πέφτει.

 

 

ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΙΑΣ ΕΦΗΒΗΣ *

 

«Με σάτυρο και με Χριστό μοιάζει αυτός.

Μα είν’ αλήθεια πως τα έχει τα χρονάκια του.

Σαρανταπέντε, με πενήντα. Ή πιο πάνω;

 

Υπάρχουν κούκλοι γύρω μου, τι να τον κάμω αυτόν;

Και οι γονείς μου θα μου λέγαν «τον παππού σου;».

 

Μ’ αν είχ’ εκατομμύρια, οι άχρηστοι,

νέο θα τον ευρίσκανε και με χιλιάδες χάρες.

 

Να τον ξανακοιτάξω. Ωχ, αμάν!

Μ’ αρέσει διάβολε! Κι ανάθεμα, ανάθεμα

στην κοινωνία που φθονεί, στην κοινωνία

τη δολοφονική που δεν αφήνει

ν’ αγαπηθούμε λεύτερα, μ’ όποιονε μας γουστάρει».

 

 

 

ΦΩΝΕΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

 

Α

Η Εκκλησία να ευλογά την συζυγο-πορνεία.

Κι ο νταβαντζής να μας πουλά στου πάρκου τη γωνία.

 

Β

Μας θέλουν στα ναρκωτικά και στα ψυχιατρεία

παρά ν’ αναστενάζουμε στου πούτσου τη λατρεία.

 

 

ΣΑ ΔΕΙΣ ΔΥΟ ΠΕΤΡΙΝΑ ΒΟΥΝΑ

 

Σα δεις δυο πέτρινα βουνά, το ένα να χτυπάει

πάνω στο άλλο δυνατά τόσο που να βογγάει

απ’ την προσπάθεια την πολλή κι ο κρότος να ηχάει

τριγύρω στα πετρώματα στα μέτωπα των βράχων,

μην πεις πως οι συντρόφοι σου σ’ αφήσανε μονάχον

στις Συμπληγάδες εμπροστά εσένανε τον βλάχον.

Κι αν δεις απ’ τη δυόροφη σπηλιά τους να προβαίνουν

κεφάλια πού ’χουνε ωχρά μάτια κοκκινισμένα

και δέρματα πανάρχαια πού ’ναι ξεροσκασμένα

μην πεις ότι στη μίζερη ζωή σου επεμβαίνουν

δυο δράκοι που μαλώνοντας στον κήπο σου εμβαίνουν

κι ούτε πως βλέπεις δυο βουνά που η πίστη σου κινάει.

Αυτά που βλέπεις κ’ η στενή κούτρα σου δεν χωράει

είναι χελώνες που μοχθούν να σμίξουν τα καυλιά τους

και στην προσπάθεια την πολλή χτυπούνε τα καυκιά τους.

 

 

____________________

*Από βλακεία είτε υποκρισία, λένε στα σχολικά βιβλία διάφορα για το ποίημα του Ελύτη

ΜΙΚΡΗ ΠΡΑΣΙΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ. Διάφορα κι άσχετα.

Και βέβαια ο ποιητής νοιώθει ερωτευμένος με τη θάλασσα τη μεγάλη όπως και με τη θάλασσα τη μικρή.

Αλλά η Μικρή πράσινη θάλασσα,  δεκατριώ χρονώ, πάνω απ’ όλα και πριν απ’

 όλα, είναι ό,τι ακριβώς και η Κοντούλα λεμονιά, του άγνωστου Ηπειρώτη ποιητή.

                Είναι ό,τι και το Σμυρνέικο ή Πολίτικο:

 

                Από ξένο τόπο κι απ’ αλαργινό

ήρθ’ ένα κορίτσι φως μου δώδεκα χρονώ…

 

                Είναι ακριβώς ό,τι και το θαυμάσιο Θρακικό (και πάλι αγνώστου ποιητή) που το

 τραγουδά ο έξοχος Χρόνης Αηδονίδης:

 

                …Δώδεκα χρονώ η Ματένια  / πού το βρήκε το παιδί;…

 

Είναι ακριβώς ό,τι και το παρακάτω δημοτικό των νησιών:

 

Πέρα στην Άγια Μαρίνη και στην Παναγιά

δώδεκα χρονώ κορίτσι εγίνη καλογριά.

Μήτε το σταυρό του κάνει, μήτε προσκυνά

μόν’ κοιτά τα παλλικάρια και κρυφογελά.

Και στα σταυροδρόμια πάει και κρασί πουλά.

-Πόσο το πουλάς κυρά μου πόσο την οκά

-Πέντε φράγκα στους γερόντους ντζάπα στα παιδιά.

 

Μα και ποιος ξεχνά το έξοχο Χριστινάκι του Βασίλη Ρώτα;

 

…που ήταν δώδεκα χρονώ

παρθένα Παναγιά μου

κι έλαμπε η γειτονιά μου.

 cogan_coffee_break_26x17

Κώστας Ριτσώνης , Ερωτικά

Νοεμβρίου 28, 2008 - One Response

davidmyers-nude1-727190 

 

Ερωτικά
“““““““`
 
 

Για  τα  στηθάκια
δυο  κοριτσιών  που  με  προσπέρασαν
κατάφερα  να  γράψω  ένα  ποίημα
με  τέσσερα  καμαρωτά  στιχάκια

…..

Αδύνατη  κοπέλα
σα  σανίδα

άλλοτε  βρεγμένη
απ’  τον  ιδρώτα
του  έρωτα

άλλοτε  στεγνή
απ’ την  ξερή  μοναξιά

…..

Ιδρωμένος  έρωτας
γεμάτος  με  την  υγρασία
των  φιλιών
και  του  κορμιού  σου

μουσκεμένος  έρωτας
με  τους  θερμούς  χυμούς
που  όλο  μου  φέρνεις

…..

Μια  νταμιτζάνα  τσίπουρο
μου ` φερες  απ` το  χωριό

το  λαρύγγι  μου  πήρε  φωτιά

κι  έτσι  βρήκα  το  θάρρος
να  σ` αγκαλιάσω
πάνω  στο  ντιβάνι

                                                                                                                                    1
…..

Θέλει  μαλακό  παλμό
ο  έρωτας
πάνω  στο  τριζάτο  κρεβάτι                                                                                              

τα  κορμιά  να  κινούνται  απαλά
να  μην  ενοχλούνται
οι  ζηλιάρες  του  βίδες

…..

Συμφεροντολόγες
σερβιτόρες  του  έρωτα
πλουτίσατε
απ’ τα  πολλά  κορόιδα
…..

Στο  κουρεμένο  τρίγωνό  σου
είχες  χοντρό  σκληρό  μαλλί
όμως  τώρα  το  ξύρισες
και  το  κατάντησες
ψιλό  μουστακάκι

μου  λες  πως  φταίει  η  μόδα
το  καλοκαιρινό  μπικίνι
που  φοράς  στα  κολύμπια  σου

Μαράθηκε  ολόκληρο  δάσος
γι’αυτό  διαμαρτύρομαι
σαν  οικόλογος
κι  όλο  φωνάζω:

< αφήστε  ήσυχη  τη  βλάστηση
   αφήστε  ήσυχο  τον  έρωτα

   θέλει  να  κρύβεται
   σε  σκοτεινές  κρυψώνες >
 

…..
Είσαι  καλή
γι’αυτό  σου  πλέκω  το  εγκώμιο

είσαι  όμορφη
γι’ αυτό  και  σε  θαυμάζω

αλλά  είσαι  κι  άστατη
                                                                                                                             2
σε  ζηλεύω
σε  βρίζω

Σου  λέω  παλιόλογα
και  γκρεμίζω  το  άγαλμά  σου
…..

Φώναζε  ο  μανάβης
μέσα  στη  λαϊκή
-πάρτε  ρόγες 
τζάμπα  τις  πουλάω

Μια  χοντρή                                                                                                                       ψώνισε  ένα  καφάσι
-θέλω  να  φτιάξω
γλυκό  του  κουταλιού

Βροντούσε  ο  μανάβης
-πιο  γλυκές  απ’ τα  τσαμπιά
γλυκές
από  την  Κόρινθο

έτρεξα  κι  εγώ  στον  πάγκο
-μανάβη, ζύγισε  και  σε  μένα
γιατί  μ’ αρέσει
να  τις  γλύφω
…..

Γιάννης Σκαρίμπας

Ιουλίου 12, 2008 - Leave a Response

 

Γεννήθηκε το 1893 στις 28 Σεπτεμβρίου, στην Αγία Ευθυμία Παρνασσίδος από τον Ευθύμιο Σκαρίμπα και την Ανδρομάχη Σκαρτσίλα.

Το 1984 πεθαίνει σε ηλικία 91 χρόνων, στις 21 Ιανουαρίου, και κηδεύεται με δημοτική δαπάνη στην αγαπημένη του πόλη, τη Χαλκίδα, στο λόφο του Καράμπαμπα.

Χωρίς αμφιβολία ο Γιάννης Σκαρίμπας υπήρξε μια πολυδιάστατη φυσιογνωμία των Ελληνικών Γραμμάτων αφού ασχολήθηκε με όλα σχεδόν τα είδη του γραφτού λόγου (διήγημα, νουβέλα, ποίηση, μυθιστόρημα, ιστορικό δοκίμιο, θέατρο, Καραγκιόζη, σχολιογραφία κ.λ.π.) Και σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του συνόλου των κριτικών και των μελετητών του στη χώρα μας, σφράγισε με την παρουσία του την ελληνική ηθογραφία, για να συνεχίσει αργότερα σε άλλους χώρους που δεν είχαν καμιά σχέση με τον παραδοσιακό τρόπο γραφής.

Προικισμένος με μια υπερτροφική φαντασία και σπάνια λογοτεχνική ενόραση είχε τη δυνατότητα να κινείται με άνεση στους χώρους που προαναφέραμε χρησιμοποιώντας το δικό του τρόπο γραφής που τον καθιέρωσε από την πρώτη του παρουσία στα Ελληνικά Γράμματα.

Η πρώτη του εμφάνιση πραγματοποιήθηκε στα 1929, περίοδο που η Λογοτεχνία μας περνούσε κρίση καθώς οι συγγραφείς εκείνου του καιρού (Καρκαβίτσας, Θεοτόκης, Χατζόπουλος κ.ά.) μέσα από το χώρο της ηθογραφίας, επαναλάμβαναν σχεδόν ο ένας τον άλλο, χωρίς να προσθέτουν τίποτα καινούριο, πράγμα που η κριτική είχε επισημάνει από την αρχή. Τότε ο Σκαρίμπας με το διήγημα του «Καπετάν Σουρμελής ο Στουραϊτης» που παρέδωσε στην κρίση των μελών της Κριτικής Επιτροπής (μεγάλα ονόματα τότε στη Λογ/νία μας: Φώτης Κόντογλου, Λεων. Κουκούλας, Κωστής Μπαστιάς κ.ά.) του περιοδικού «Νεοελληνικά Γράμματα», απέσπασε ομόφωνα το πρώτο βραβείο του Διαγωνισμού για «το πρωτότυπο ύφος του, την εκρηκτική του γλώσσα και τις πλούσιες εικόνες του που μοιάζουν με λαϊκές ζωγραφιές». Έτσι καθιερώθηκε από την πρώτη του κιόλας εμφάνιση σαν συγγραφέας με δικό του προσωπικό ύφος, το περίφημο «α-λα-Σκαρίμπα» ύφος, όπως το αποκάλεσε τότε ο Κόντογλου αλλά και άλλοι μετέπειτα μελετητές του.

Μα ο Σκαρίμπας πνεύμα ανήσυχο και δημιουργικό με φαντασία αχαλίνωτη θα προχωρήσει τρία (3) χρόνια αργότερα (1932) στην έκδοση ενός καινούριου βιβλίου του («το θείο τραγί») και στα 1935 ενός άλλου βιβλίου του (ο «Μαριάμπας») του ίδιου με το προηγούμενο style. Και στα δυο αυτά βιβλία, όλα έρχονται τα πάνω – κάτω: Το γράψιμο γίνεται πιο άτσαλο, πιο αναρχικό. Το πραγματικό μπλέκεται με το φανταστικό, το κωμικό με το δραματικό. Και για πρώτη φορά το παράλογο θα κάμει την εμφάνισή του στη Λογοτεχνία μας. Αυτό θα φανεί πιο έντονα και στο πρώτο θεατρικό έργο του Σκαρίμπα τον «ήχο του κώδωνος» που παίχτηκε στη Χαλκίδα στα 1942 και πριν ακόμα ο Ιονέσκο -που θεωρείται ο πατέρας του παράλογου θεάτρου- παρουσιάσει (στα1948) το έργο του «Η φαλακρή τραγουδίστρια». Συνεχίζουμε εδώ την απαρίθμηση και άλλων έργων του Σκαρίμπα: Το Βατερλό δυο γελοίων, η Μαθητευόμενη των τακουνιών, σπαζοκεφαλιές στον ουρανό, τυφλοβδομάδα στη Χαλκίδα, όλα γραμμένα στο ίδιο παράλογο ύφος που προαναφέραμε, με την παρουσία ενός νέου κεντρικού προσώπου στα έργα αυτά του Οικτιήρωα, στη θέση του κλασικού ήρωα. Εδώ πλέον οι άνθρωποι που περιγράφονται είναι όλοι αντικοινωνικοί, ζουν μακριά από την κοινωνία και την οικογένεια, άνθρωποι περιθωριακοί θα λέγαμε που στη συμπεριφορά και στη δράση τους καθρεφτίζεται η άσχημη πλευρά της ζωής.

Ο Σκαρίμπας παράλληλα με τον πεζό λόγο ασχολήθηκε και με την ποίηση που παρά τις ακροβασίες που έκανε στο στίχο και στη φόρμα της διατήρησε τη μουσικότητά της. Δεν ήταν κοινωνική ή πολιτική η μορφή της Σκαριμπικής ποίησης. Ήταν απλώς τραγούδι. Ελεγειακό ή ερωτικό είχε αυτό το περίφημο «α-λα-Σκαρίμπα» ύφος. Πολλά από τα ποιήματα του Σκαρίμπα μελοποιήθηκαν από αξιόλογους συνθέτες (Γ. Σπανός, Σαρ. Κασάρας, Χρ. Λεοντής, Ασημος κ.ά.) και κυκλοφόρησαν σε δίσκους.

Ιδιαίτερο πάθος και αγάπη έτρεφε ο Σκαρίμπας για τον Καραγκιόζη που τον θεωρούσε το γνησιότερο είδος λαϊκού θεάτρου αφού μέσα απ’ αυτόν εκφράζονταν τα όνειρα κι οι καημοί του λαού κι ακόμα γιατί οι ρίζες του βυζαίνουν στην αρχαία μας παράδοση. Έγραφε σχετικά με το θέμα αυτό σε κάποιο βιβλίο του: «Τούτος ο ξυπόλυτος έρχεται ντρίτα από τα μυστήρια: τα ορφικά, τα ελευσίνια, τα διονύσια, όπως ο άνθρωπος έρχεται ντρίτα από τη μόδα. Ντεμοντέ είναι μόνον οι νεκροί, ενώ και η καρδιά του Έθνους δεν χτυπάει στα νάιτ-κλαμπ ούτε στα σαλονειακά κουκουβαγεία της Αθήνας».

Έπαιζε κι ο ίδιος Καραγκιόζη στο ταρατσάκι του σπιτιού του στον Καράμπαμπα, επιτρέποντας την είσοδο μόνον στις λαϊκές γυναίκες της γειτονιάς με εξαίρεση της έγκυες, γιατί όπως έλεγε «υπήρχε ο κίνδυνος να αποβάλλουν από τα πολλά γέλια». Για τους πιτσιρικάδες το εισιτήριο ήταν ενάμισι! αυγό… Είχε κατασκευάσει και δικής τους έμπνευσης φιγούρες, τον «Κόντε Ρεπανάκια» και «Διαμάντω» που ξεχώριζαν για το ιδιόρρυθμο style της κατασκευής τους.

Αργότερα και στις αρχές της δεκαετίας του 60, όταν τα ρεύματα της μοντέρνας ζωγραφικής (εξπρεσιονισμός κ.ά.) έκαναν δυναμικά την παρουσία τους στη χώρα μας, ο Σκαρίμπας επηρεασμένος ίσως από τη στενή φιλία του με το Φώτη Κόντογλου αλλά και από την ίδια του την έφεση για τα εικαστικά, θα κατασκευάσει από τα πιο ευτελή και άχρηστα υλικά τις περίφημες φιγούρες του Καραγκιόζη, σπουδές πιο πολύ στην εικαστική πρωτοπορία εκείνου του καιρού, παρά εργαλείο για την τελετή παράστασης Καραγκιόζη επάνω στο πανί.

Ο Σκαρίμπας έγραψε και θεατρικά έργα με κορυφαίο τον «Ήχο του κώδωνος» και άλλα στο ίδιο ύφος του παράλογου όπως: το «Σεβαλιέ Σερβάν της κυρίας», την «Κυρία του τραίνου», τον «πάτερ Συνέσιο», τα «Καγκουρώ», το «σημείο του σταυρού» κ.ά.

 

Σημαντική ήταν η προσφορά του Σκαρίμπα και στην ιστορία που όπως πίστευε δεν έδιδε την πραγματική εικόνα του εθνικού μας βίου κομμένη και ραμμένη όπως ήταν στα μέτρα των εκάστοτε κατεστημένων από τους εκπροσώπους τους, Παπαρηγόπουλο, Κόκκινο, Μαρκεζίνη, «σφουγκοκωλάριους» και «σπαζομεσίτες» όπως τους αποκαλούσε. Έτσι ύστερα από πολύχρονες προσπάθειες και θυσίες κατόρθωσε να συγκεντρώσει πολύτιμα στοιχεία και να γράψει το πολυσυζητημένο τρίτομο έργο του, το «Εικοσιένα και η αλήθεια» που προκάλεσε αληθινό σάλο η έκδοσή του καθώς μέσα από τις σελίδες του ο Σκαρίμπας απομυθοποιεί πρόσωπα και γεγονότα δίνοντας τις αληθινές διαστάσεις στην εποποιία του 21. Δε γράφει βέβαια ιστορία -με τη σωστή έννοια του όρου- στο τρίτομο αυτό έργο του ο Σκαρίμπας. Ανοιξε όμως διαδρόμους μέσα από τους οποίους οι ιστορικοί του μέλλοντος θα πορευτούν για ν’ ανακαλύψουν την κρυμμένη στα βαθιά σκοτάδια και τη σκόνη των Κρατικών Αρχείων την αληθινή ιστορία του τόπου μας, που ως τότε ήταν τροφή των ποντικών, της υγρασίας των υπογείων.

Στις αγαπημένες ενασχολήσεις του Σκαρίμπα εντάσσεται κι η Σχολιογραφία. Με το οξύ, ευθύβολο, σαρκαστικό και μαχητικό του πνεύμα θα βάλει προς κάθε ύποπτη κατεύθυνση όπου δειλοί και «κατεστημένοι» της πολιτικής και του πνεύματος, εθνικοί μειοδότες και προσκυνημένοι της εξουσίας και των ξένων «προστατών» μας θα δέχονται συνεχώς τα πυρά του και ο βρώμικος ρόλος τους θα αποκαλύπτεται συνεχώς. Σε μερικές ωστόσο περιπτώσεις το πάντα ανήσυχο, μαχητικό και ετοιμοπόλεμο πνεύμα του θα μεταλλάζει σε καλοκάγαθη σάτυρα φωτίζοντας μερικές πλευρές της καθημερινής ζωής.

Σπουδαία ήταν η συμμετοχή του Σκαρίμπα και στην αντιπολεμική Λογοτεχνία. Με τα περίφημα βιβλία του «Περίπολος Ζ» και «φυγή προς τα εμπρός» (προσωπικές του εμπειρίες από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο) γραμμένα στο γνωστό παράλογο ύφος του εντάσσονται στο πλευρό και των άλλων κορυφαίων της χώρας μας:

Του Στρατή Μυριβήλη με τη «Ζωή εν τάφω»
Του Ηλία Βενέζη με το «Νούμερο»
Του Στρατή Δούκα με την «Ιστορία ενός αιχμαλώτου»
Του Ζήση Σκάρου με τις «Κλούβες»
Αμείλικτο κατηγορώ εναντίον του πολέμου και ύμνο-θούριο στην ειρήνη θεωρούν οι ειδικοί τα δύο αντιπολεμικά βιβλία του Σκαρίμπα που παραπάνω αναφέραμε. Ο Σκαρίμπας έχει απασχολήσει και αρκετά συχνά απασχολεί τα Μ.Μ.Ε. της χώρας μας και πολλών ξένων χωρών (Β.Β.C του Λονδίνου, Ντόιτσε Βέλε, Μόσχα, Σουηδία κ.ά.). Ενώ μια σειρά εκδοτικοί οίκοι στη χώρα μας (Ζαχαρόπουλος, Σύγχρονη Εποχή, Κάκτος, Νεφέλη κ.ά.) συχνά εκδίδουν τα έργα του, ενδεικτικό του ενδιαφέροντος ενός μεγάλου αναγνωστικού κοινού.

Ο μπαρμπα-Γιάννης πολιτογραφήθηκε μέσα μας σαν μια συνείδηση, τόσο εθνική όσο και λαϊκή. Ήταν ένας απέραντος ποταμός σοφίας -λαϊκής σοφίας-, γνώσης, σπουδής, πάθους για τη γυμνή αλήθεια και αγωνιστικότητα. Είτε θυμόσοφος, είτε οργισμένος, είτε είρωνας σαρκαστής ο Γιάννης Σκαρίμπας ήταν η φωνή του καθένας μας. Του άγνωστου Έλληνα που δεν είχε ποτέ φωνή, που δεν έμαθε παρά όσα του δίδαξαν και κάποτε το κατάλαβε και εξεγέρθηκε μετρώντας μια-μια τις τύψεις της κυρίαρχης τάξης, της κυρίαρχης ιδεολογίας, της κυρίαρχης «ιστορίας», της κυρίαρχης αρλουλοπολογίας, που ποτέ τους δεν μπόρεσαν να τον κοιτάξουν κατάματα και να τον αντιμετωπίσουν «στα ίσια». Στοχαστής μοναδικός και φύση ανήσυχη δεν μπόρεσε ποτέ του να βολευτεί με τη συμβατικότητα. Έμεινε απροσκύνητος, μέχρι τα στερνά του και πάντα οπλισμένος με το δραστικό λόγο του που δεν «χάριζε κάστανα» χωρίς ποτέ του να θεωρεί ότι είναι σπουδαίος.

Επιμέλεια: Νίκος Χατζηγιάννης

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΧΑΛΚΙΔΑ
(από τη συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ)
Νάν’ σπασμένοι οι δρόμοι, νά φυσάει ο νότος
κι εγώ καταμονάχος καί νά λέω: τί πόλη!
νά μήν ξέρω άν είμαι –μέσα στήν ασβόλη–
ένας λυπημένος πιερότος!

Φύσαε –είπα– ο νότος κι έλεγα: Η Χαλκίδα,
ώ Χαλκίδα –πόλη (έλεγα) καί φέτος
ήμουν –στ’ όνειρό μου είδα– Περικλέτος,
πάλι Περικλέτος ήμουν –είδα…

Έτσι έλεγα! Ήσαν μάταιοι μου οι κόποι
πάν’ σέ ξύλο κούφιο, πρόστυχο, ανάρια,
Ως θερία, ως δέντρα –αναγλυμένοι– ως ψάρια
τά όνειρά μου (μούμιες) κι οι ανθρώποι.

Τώρα; Πόλη, τρέμω τά γητέματά σου
κι είμαι ακόμα ωραίος σάν τό Μάη μήνα,
κρίμα, λέω, θλιμμένη νάσαι κολομπίνα
καί νά κλαίω εγώ στά γόνατά σου.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Έτσι νάν’ σπασμένοι, νά φυσά απ’ τό νότο
καί μέ πίλο κλόουν νά γελάς, Χαλκίδα:
Άχ, νεκρόν στό χώμα –νά φωνάζεις– είδα
έναν μου ακόμη πιερότο! . . .
 

 

 

ΦΑΝΤΑΣΙΑ
(από τή συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ)
Νάναι σά νά μάς σπρώχνει ένας αέρας μαζί
πρός έναν δρόμο φιδωτό πού σβεί στά χάη,
καί σένα τού καπέλου σου πλατειά καί φανταιζί
κάποια κορδέλα του, τρελά νά χαιρετάει.

Και νάν’ σάν κάτι νά μού λές, κάτι ωραίο κοντά
γι’ άστρα, τή ζώνη πού πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι αύτός ο άνεμος τρελά-τρελά νά μάς σκουντά
όλο πρός τή γραμμή των οριζόντων.

Κι όλο νά λές, νά λές, στά βάθη τής νυκτός
γιά ένα – μέ γυάλινα πανιά – πλοίο πού πάει
Όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο πού πέφτει εκτός:
έξω απ’ τόν κύκλο των νερών – στά χάη.

Κι όλο νά πνέει, νά μάς ωθεί αύτός ο άνεμος μαζί
πέρ’ από τόπους καί καιρούς, έως ότου – φως μου –
(καθώς τρελά θά χαιρετάει κείν’ η κορδέλα η φανταιζί)
βγούμε απ’ τήν τρικυμία αύτού τού κόσμου . . .
 

 

 

ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ
(από τή συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ)
Πού τήν είδα; Συλλογίζομαι άν στούς δρόμους
τήν αντίκρυσα ποτές μου ή στ’ αστέρια,
τούς χυτούς της φέρνει η ιδέα μου τούς ώμους
δίχως χέρια!

Δίχως χέρια . . . Τό μάτι της γυαλένιο
άς μή μ’ έβλεπε – μ’ εθώρει κι ήταν τ’ όντι
ρόδο ψεύτικο τό γέλιο της – κερένιο –
καί τό δόντι.

Τήν στοχάζομαι. Η φωνή της, λές, μού εμίλει
ριγηλή σάν μέσ’ σέ όνειρο – και τ’ όμμα
ήταν σφαίρα. Σπασμός τρίγωνος τά χείλη
καί τό στόμα.

Τ’ ήταν; πνεύμα; Μήν φτιαγμένη ήταν, ωϊμένα,
ύποπτεύομαι – καί τρέμω νοερά μου –
απ’ τό ίδιο ύλικό πούναι φχιαγμένα
τά όνειρά μου; . . .

Αχ πώς τρέμω! ο νούς μου πάει σ’ ιδέες πλήθος,
σέ μπαμπάκια καί καρτόνια – ο νούς μου βάνει
γεμισμένο της μήν ήτανε τό στήθος
μέ ροκάνι!

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ώ Κυρά μου – Άγγελε – Σύ – των μειρακίων
πόχεις τό γέλιο, ώ χαύνη κόρη των πνευμάτων,
σέ μια βιτρίνα σ’ έχουν στήσει γυναικείων
φορεμάτων. . .
 

 

ΟΥΛΑΛΟΥΜ . . .
Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά
απόψε που δεν έπνεε έξω ανάσα,
κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ’ τα νερά
κι από τα δάσα.

Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι
και θα μυρίζει ήλιο και βροχή
και νειό φεγγάρι . . .

Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μας αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:

. . . Πως – να, θα μείνει ο κόσμος με το “μπά”
που μ’ έλεγε τρελόν πως είχες γίνει
καπνός και – τάχας – σύγνεφα θαμπά
προς τη Σελήνη . . .

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ·
κίνησα να σε βρω στο δρόμο – ωιμένα -
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
κι εσύ με μένα.

Τόσο πολύ σ’ αγάπησα Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματα μου!
Πάταγα γω – στραβός – μεσ’ τα νερά;
κι εσύ κοντά μου . . .
 

 

 

ΤΑΜΑΡΑ
Αλλόκοτη και μελαψή, ωραία και ιερή
λες έσερνε αγγελικές φτερούγες κι’ επερπάτει
αδέξια και αμέριμνη, μ’ εκείνην τη νωθρή
περπατησιά μια Θέαινας, σ’ Ολύμπιο μονοπάτι.

Και μπόραε — όπως πάγαινε παχειά — κανείς διεί
στο φίνο της κι’ εφαρμοστό μποτίνι ένα ποδάρι
χυτό, και μες στων ρούχων της το σούσουρο oι φαρδιοί
γοφοί της πώς θα λάμπανε— γυμνοί—σαν το φεγγάρι.

Το αίμα της μεσημβρινό, χυμένο λες — κει — να
σφυράει μες στο γυναικείο της κορμί — εμβατήριο τέλειο —
κι’ είχε κάτω απ’ τα βλέφαρα—βαμμένα με κινά—
μουχρό, βαρύ τριαντάφυλλο το σαρκικό της γέλιο.

Κι’ εγώ την ειχ’ αγάπη μου!.. Μια φλόγα και καπνός
ήταν ό,τι απ’ τ’ αγκάλιασμά-της πίναν μου οι πόροι,
ενώ με όμμα ατάραχο αυτή με εκύταε ως
τον πόθο μου τον γήινο να ενόγαε κι απόρει…

Κι’ ήμουν ειδωλολάτρης της!. Ψηλά o εν ουρανοίς
Κύριος κι’ οι Άγιοι του, για με πια ουδ’ αρωτάγαν
κι’ ενώ ουδ’ εγώ αρώταγα, αρχαίου Ναού — αυτηνής —
— κολώνες που γκρεμίστηκαν— τα μπούτια της φωτάγαν…

Και πέθανε… Και με παπά τη θάψαμε! και να
—μ’ αυλούς— οι τραγοπόδαροι Θεοί της σουραβλάνε
και γύρω απ’ τον ειδωλολατρικό Σταυρό της, παγανά
και Σηλεινοί, στη μνήμη της χορεύουν και πηδάνε…
 

 

 

ΤΟ ΞΑΦΝΙΑΣΜΑ

 
Δυο Πάνες φουσκομάγουλοι, στου κήπου σου τις στέρνες,
τα χάλκινα —με τρεις οπές— σουράβλια είχαν στα χείλη,
όταν εσύ τις φωτεινές του χάμου έκρουσες φτέρνες
— ζυγά πιτσούνια που έπαιζαν το ‘να το άλλο εφίλει.

Του φραμπαλά σου φτερωτή τότε η — σαΐτα —ρίγα
(των χρυσοκεντημένων της — αράδα — παπαγάλων)
στις γάμπες σου ανελίχτηκε — γοργό ερπετό — που ερίγα
στο αλληλοκυνήγημα των άσπρω σου αστραγάλων.

Kι έφυγες. Ωωω. Σαν αστραπών — στο σέρπιο μονοπάτι —
τύφλες φωτός (και σκίρτημα δορκάδας έρμου δάσου)
έμειναν τ’ άψε-σβήσε σου: το πήδημα, το πάτι
και τ’ αλαφριό, σαν άξαφνου πουλιού, ξεφτούρισμα σου…
 

 

 

Η Κυρά μου η τρέλα…

(Τα Νέα Ελληνικά 1 [Ιανουάριος 1952])
Πώς ήταν έτσι, πώς μου εφάνη ως είχεν έμβει
κειο το βαπόρι μες στο λιμάνι με όκια τεφρά,
όπως το τύλιξε στ’ αχνά μετάξια της σιγά η ρέμβη
ως το ρυμούλκησε μειλίχιο η νύστα μου εκεί αλαφρά.

Ήρθε και στάθηκε μπερδικλωμένο σ’ αχνή τολύπη
κ’ ήταν σαν κάτι, κάτι ανείπωτο νάχε να πει,
κι ύστερα, παίρνοντας, σκυφτή επιβάτισσά του τη λύπη
ως ήρθε θάφευγε, με κυβερνήτη του τη σιωπή.

Κι η νύχτα έφτασε. Αχ, το βαπόρι μες στην ασβόλη,
τι τρέλα θάκανε ανεπανόρθωτη και μαγική;
Μη θα κεραύνωνε με μια του λέξη την έρμη πόλη
μη θα ξεμπάρκαρε τη φρίκη αμίλητη οτο μώλο εκεί;

Ή μη—βαρκάκια του—μ’ άσπρες κορδέλες σταυροδεμένα
φέρετρα θάστελνε όξω—σαν κύματα και σαν αφροί—
όπου θα κείτονταν της γης τα νήπια μαχαιρωμένα
ή όπου όλοι όσοι αγαπήθηκαν, θάσαν vεκροί;
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Τίποτα, τίποτα… Μα πώς έτσ’ ήταν, πώς μου εφάνη
αυτό το πλοίο; Στάθηκε αμίλητο μ’ όψη φριχτή,
κι έφυγε, ως τόφερε η Κυρά μου η τρέλα μες στο λιμάνι,
αυτή που παίρνοντας με από το χέρι με περπατεί…
 

 

 

Το βαπόρι

Νάναι ως νάχης φύγει — με τους ανέμους — καβάλλα
στο άτι της σιγής κι’ όλα να πάης
και vάv’ πολλά καράβια, πολλή θάλασσα — μεγάλα
σύγνεφα πάνω — οι άνθρωποι κι’ ο Μάης.

Κι’ εντός μου εμένα να βρυχιέται — όλο να τρέμει —
βαρύ ένα βαπόρι και κατόπι
πάλι εσύ κι’ ο Μάης κι’ οι ανέμοι
κι’ έπειτα πάλιν οι ανθρώποι, οι ανθρώποι.

Και νάναι όλα απ’ ό,τι φεύγει —και δε μένει—
σε μια πόλη ακατοίκητη, κι’ εντός μου
ακυβέρνητο, όλο να σε πηγαίνει το καράβι
έξω απ’ την τρικυμία τούτου κόσμου.
 

 

 

Στάδιον δόξης
(συλλογή Εαυτούληδες 1950)

 
Ως ανύποπτος καθόμαν, ήρθαν όλα μι’ αντάρα
οι ήρωές-μου κι οι στίχοι-μου — φιόρα-μου όλα πλατύφυλλα —,
κάθε μια της ζωής-μου ήταν — κει — στραβομάρα,
κάθε γκάφα-μου ή τύφ-λα…

Κι ως αρπώντας με μ’ έβγαλαν σηκωτόν απ’ την πόλη
(με καμπούρες κι αλλήθωροι — με στραβή άλλα αρίδα).
όλα εκεί με τριγύρισαν και με δείξαν — χαχόλοι —
κει βαθιά, τη Χαλκίδα:

… Βλέπεις μαιτρ —μου φωνάξανε— τη Χαλκίδα την είδες
όπου συ μες στα φάλτσα-σου μόνον, ήξερες ν’ άρχεις;
Νά τα έργα-σου, οι πόθοι-σου — όλοι εμείς — φασουλήδες,
νά και συ θιασάρχης!…

Τι ντεκόρ ανισόρροπο που με μύτη γελοία
μαιτρ μπεκρής το σκεδίαζε στό ‘να πόδι να στέκει.
ήταν κει, λες και χτίστηκε με γλαρή κιμωλία,
όρθιο η πόλη λελέκι…

Κι ω Θεέ-μου, τι θίασος, τι λερή συνοδεία
εαυτούληδων (τούτοι-μου), να μοιράσουν σαν λύκοι
μεταξύ-τους — για ρόλους-των — κάθε μια-μου αηδία,
κάθε τι ρεζιλίκι..

Κι είμαι γω θιασάρχης-τους; Αλς κουρσούμ τώρα εξώλης
και προώλης-τους (τέλειος να μαθαίνω τους ρούμπες),
νά μ’ αυτούς τους παλιάτσους-μου θα κινήσω στις πόλεις
με κραυγές και με τούμπες!…

Κι ως στα πάλκα η φάτσα-μου γελαστή θα προβαίνει
(αχ, κι η πρόγκα — τι δόξα-μου!.,. — σ’ ουρανούς θα με σύρει)
η Χαλκίδα εκεί πισω-μου θα φαντάζει χτισμένη
σαν από —τεμπεσίρι…
 

 

 

Εαυτούληδες
(από τη συλλογή Εαυτούληδες 1950)

 
Ως ωραία ήταν μου απόψε η λύπη,
ήρθαν όλα σιωπηλά χωρίς πάθη
και με ήβραν —χωρίς κανέν’ να μου λείπει—
τα λάθη.

Κι ως τα γνώρισα όλα-μου γύρω — μπραμ-πάφες
όλα κράταγαν, τρουμπέτες και βιόλες
—ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ που με βλέπαν, oι γκάφες-
μου όλες.

A!… τι θίασος λίγον τι από αλήτες
μουζικάντες μεθυσμένους και φάλτσους,
έτσι ως έμοιαζαν — με πρισμένες τις μύτες—
παλιάτσους.

Και τι έμπνευση να μου δώσουν τη βέργα
μπρος σε τρίποδα με κάντα μυστήρια,
όπου γράφονταν τ’ αποτυχημένα-μου έργα
—εμβατήρια!

Α… τι έμπνευση!… Μαιτρ του φάλτσου ‘γώ πάντα,
με τη βέργα-μου τώρα ψηλά —λέω— με τρόμους
νά, με δαύτη-μου να παρελάσω τη μπάντα
στούς δρόμους.

Kι ως πισώκωλα θα παγαίνω πατώντας,
μες σε κόρνα θα τα βροντούν και σαντούρια
οι παλιάτσοί-μου — στον αέρα πηδώντας —
τα θούρια…
 

 

 

 

Νίκος Σφαμένος

Ιανουαρίου 31, 2008 - Leave a Response

Γεννήθηκε το 1982. Σπούδασε αγγλική γλώσσα και φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Δημοσίευσε  στα περιοδικά Ίαμβος, Νέα Αριάδνη, φοιτητικά περιοδικά.

Εργογραφία:

2007  ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΣ ΒΑΛΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

2007  ΟΡΓΗ ΚΑΙ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΣΕ ΜΙΑ  ΧΩΡΑ  ΝΕΚΡΩΝ 
4_breson.jpg
Τα νεκρά σώματα του Απριλίου
Ζωντανεύουνε εικόνες μέσα
απ’ τα
χέρια μου
ξυπνάνε φωνές
από τα
μάτια μου
τις νύχτες
η θλίψη γίνεται
τόσο μεγάλη
δεν αντέχει
στη κάμαρα
κυλά έξω
στέκεται σε
καμινάδες
καμπαναριά
βούισμα σε μια
άκρη
του μυαλού μου
ήχοι μιας
άγνωστης
παλιάς
μουσικής
μια ήπειρος
ανεξερεύνητη
τώρα
η θλίψη
ξαναπλώνεται στη
κάμαρα
με τυλίγει
με πνίγει
γυρνά στη πόλη
σκεπάζει
χώρες
σκόρπιες
εικόνες
λεηλατημένες
πολιτείες
η γεύση
της
η μόνη
αλήθεια
τα ξημερώματα
λίγο πριν
οι πρώτες αχτίδες
λούσουν
τα νεκρά σώματα του Απριλίου
Μακαριότητα
Τα γαλάζια φορέματα και
οι νυχτερινοί ήλιοι
ο ήχος του μπουκαλιού στο
τοίχο και
μουρμουρητά από
γέρους σακάτες
τα ωραία κορίτσια και
τα ξεθωριασμένα βιβλία
Ω μα είναι ένας υπέροχος κόσμος
Ω μα είναι ένας υπέροχος κόσμος
Υγρά δωμάτια και
καλοκαιρινοί κήποι
σωροί ιδρώτα τα
ξημερώματα
λεηλατημένα μυαλά και
μισές ζωές
Ω μα είναι ένας υπέροχος κόσμος
Ω μα είναι ένας υπέροχος κόσμος

Για σάς
Πολιτείες με
τα διάφανα
νερά και
τους γελαστούς
αυλικούς
τα παντοτινά
φώτα και
τα λαμπερά
κορίτσια
βασίλεια με
τ’ απέραντα
δάση και
τα φωτεινά
πρόσωπα
τις ανοιχτές
καρδιές και
τα δροσερά
γέλια
γαλήνιες χώρες
ανεξερεύνητες πόλεις
δε με σκεφτήκατε
ποτέ
όμως κάθε
βράδυ
ψηλαφούσα
τη μυρωδιά σας
με θολά
μάτια
im001052.jpg
Εσείς
Δύο μεταπτυχιακά
θέση σε κεντρική
εταιρεία
ευτυχισμένος γάμος
ξεχωριστές δημοσιεύσεις
και
ακριβό αμάξι
ταξίδια σε ευρωπαϊκές
μεγαλουπόλεις και
ενδιαφέρον για τη
τέχνη και
το σύγχρονο
λάιφστάιλ
μεγάλες γνωριμίες
δείπνα
συνεντεύξεις και
ξαφνικός
θάνατος
ειδικά αυτό το
τελευταίο
πρέπει να σου
δημιούργησε
αίσθηση
 
Μια μεγάλη νύχτα
«Δεν υπάρχει διέξοδος» , είπε
«μας είπαν για την αγάπη , μας
μιλήσανε για την ελπίδα , δεν
υπάρχει διέξοδος».
«ας πιούμε» , απάντησα
«και πως θα γίνει ;»
«ας πιούμε».
«γράφεις όμως».
«ναι αλλά δε βοηθάει».
«το βλέπω στα πρόσωπά τους,
στα νεκρά βλέμματά τους ,
ολόκληρη η ιστορία του
ανθρωπίνου γένους βρωμάει».
Άδειασα το μπουκάλι μου.
Βγήκα στο μπαλκόνι .
Κορναρίσματα
συζυγικοί καυγάδες
μυρωδιά γυναικείου αρώματος .
Ένας αλήτης πέρα παραμιλούσε.
Ο κόσμος υπήρχε για πολλά χρόνια .
«Όσο πάει φίλε»
Θα ’ταν άλλη μια μεγάλη νύχτα .
Κρατήθηκα γερά στα κάγκελα και
χαμογέλασα

Η Νάντια
μιλούσε πιο
όμορφα από
όλες
περπατούσε πιο
όμορφα από
όλες
έλαμπε στα
βρώμικα στενά
τα παιδιά τη
κοιτούσαν από
τα παραθύρια
οι πιο
θαρραλέοι την
ακολουθούσαν
σπουδές
ξέγνοιαστα χρόνια
και τώρα
τρία παιδιά
υπάλληλος
παιδικά πάρτυ
ημιαργίες
διακοπές στα
νησιά
εκδρομές
η Νάντια
άρχισε να
ξεθωριάζει
και όταν τα
βράδια της
έβλεπε το
φως να
σκουραίνει
κάτι υποψιαζόταν 
lr02erotic-portrait-topless-with-scarf-posters.jpg
Ζαν Ντυβάλ
Οι πόλεις
εκρήγνυνται
τα άνθη
τινάζουν στο
σώμα μου
πολύχρωμο
νερό
και αυτή η
νύχτα
θα σημάνει
άλλον έναν
αγώνα
το φεγγάρι
γέρνει πάνω
μου
χαμογελώντας
πέρα στα
βουνά να
κυματίζει η
σημαία του
καλοκαιριού
και στα νυχτοπούλια
που θα
φτερουγίσουν
μικρές εκρήξεις
θα στιγματίσουν
ατελείωτες ώρες σιωπής
4e14.jpg
Ένας άνδρας
Βάδιζε ανήσυχα στη
κάμαρά του ένα
βράδυ του Ιούλη
πίνοντας κρασί
ήταν πολλοί εκείνοι
που
δεν τον γνώριζαν
μυστήριες μέρες
λίγες παράξενες
λέξεις
έβραζαν στο
κεφάλι του
και τώρα
κοιτούσε
κοιτούσε τα
άδεια χέρια του
θυμήθηκε
την ερημιά του Καρυωτάκη
τα δάκρυα του Ουράνη
τις οπτασίες του Λαπαθιώτη
τις στιγμές θανάτου της Γώγου
τις κραυγές ζώου του Χαλεπά
ήτανε περασμένα μεσάνυχτα
και ένας
άνδρας
κοιτούσε
κοιτούσε τα
άδεια χέρια του
33.jpg


Η Νύχτα που συνάντησα τον Τζιμ Μόρισον
Παραπάτησα σε μια
γωνιά
και στεκόταν σκυμμένος
μ’ ένα μισοάδειο
μπουκάλι
βρώμικη ανάσα
«Απέτυχα φίλε
κοίτα τους όλους
τα φώτα
τα ποιήματα
τα ζόρικα κορίτσια
και τα καινούργια τους αμάξια .
Ουρλιάζουν.
Δεν υπάρχει λύση φίλε
δώσε μια γροθιά και
γκρέμισε τους σάπιους
τοίχους αυτού του
γελοίου ονείρου».
Άδειασε το μπουκάλι του
το φεγγάρι άλλη μια νύχτα
στεκόταν εκεί
φωτίζοντας
βρώμικα στενά .
Ακολούθησα
τα ίχνη του
τραγουδώντας

Οι ηττημένοι της Κυριακής
δεν θέλουν πολλά
θα τους δεις τις
Κυριακές να
γυρνάνε στους
δρόμους
κάτω το
κεφάλι
δεν πίστεψαν
ποτέ σε
θαύματα
ούτε ότι θα
πέρναγε τόσο γρήγορα
ο χρόνος
χωρίς να
προλάβουν να κάνουν
τίποτα
τα βράδια όταν
γύριζαν στις
κάμαρές τους
δεν τους
περίμενε
κανείς
προσπαθούσαν να βρουν
τι
πήγε στραβά
με υγρά
μάτια
οι ηττημένοι της Κυριακής
δεν ήταν ποτέ
σαν
όλους τους
άλλους
γι’ αυτό υπήρξαν
πλούσιοι
Αυτές οι μέρες
στον Δ.
γυρνάγαμε στους δρόμους
και
δεν μας ένοιαζε τίποτα
γελούσαμε μαζί τους
τους ένοιαζε
η
παράταξη τους
το καινούριο τους αμάξι
ο τελευταίος τους δεσμός
τραγουδούσαμε γελώντας
δεν είχαμε τίποτα
και όμως
τόσα πολλά
οι νύχτες κρύες
τα φώτα αναβόσβηναν
τα κορίτσια κοιταζόταν
στον καθρέφτη
τα σκυλιά ούρλιαζαν
και εμείς
δεν είχαμε τίποτα
και όμως τόσα πολλά
Οι φίλοι μου
φορέσανε στολή
γίνανε διευθυντές
τραπεζών
υπάλληλοι σε
υπουργεία
οι φίλοι μου
γίνανε άριστοι
εκπαιδευτικοί
εξαίρετου ήθους
θα τους δεις
να κορνάρουν τα
αμάξια τους
να ψωνίζουν τις
γιορτές
ιο φίλοι μου
διακοπές με την
οικογένεια
τηλεόραση και κανένα
ποτό παραπάνω
τα
σαββατοκύριακα
οι φίλοι μου
ο Ντοστογιέφσκι
τι θα ‘λεγε
για όλα αυτά ;
Ποίημα
Απόψε σβήσανε
τα φώτα
οι γυναίκες κρεμάστηκαν
στα παραθύρια τους
μυρωδιά τρόμου
Απόψε σβήσανε
τα φώτα
ώρα για περισυλλογή
ανέφικτες ελπίδες
η πόλη μύρισε
θάνατο
Απόψε σβήσανε
τα φώτα
και για κάποιους
αυτό το βράδυ
τα φώτα θα σβήσουν
παντοτινά

Πολυδούρη
Ματωμένοι κρίνοι
πουτάνες του μεσονυκτίου
εφιάλτης οι βόλτες
στο Παρίσι
τα μαύρα φορέματα
τα βραδινά γέλια
η ποίηση ένα
κουρελόχαρτο
κραυγές στη
Σωτηρία
οι νύχτες στο Θησείο
τα σκονισμένα
γραφεία
πένες βαμμένες
με αίμα
και συ εδώ να
σκύβεις το κεφάλι σου
και να μετράς
και αυτό το βράδυ
άλλη μια
αναβολή

Μαρία Αλεξοπούλου

Ιανουαρίου 8, 2008 - Leave a Response

Γεννήθηκε στην Καλαμάτα το Νοέμβριο του 1974.  Περιπλανήθηκε σε διάφορες πόλεις και χώρες.  Μετά ήρθε στην Αθήνα να σπουδάσει Πληροφορική και Αγγλική φιλολογία.
Το 2005 κυκλοφόρησε το «Ερώμαι» από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.  Ποιήματά της δημοσιεύτηκαν σε διάφορα ηλεκτρονικά και έντυπα περιοδικά. 
Επίσης έκανε και αναγνώσεις ποιημάτων της στον Γαβριηλίδη, στο σταθμό Συντάγματος του Μετρό (Φεστιβάλ Νέων Καλλιτεχνών), στο Ash in Art. 
Έχει κερδίσει κι ένα βραβείο ποίησης για ένα έργο της για παιδιά. 
Είναι μία εκ των 17 ποιητών της ποιητικής ανθολογίας “Μονοδιάλογοι”, που θα κυκλοφορήσει από το Ash In Art, τον Γενάρη του 2008.
Γράφει στο blog http://vakxikon.blogspot.com/.
Μπορείτε να τη βρείτε και στη λογοτεχνική ομάδα στην οποία ανήκει: www.meloma.gr.

nude_chair.jpg

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Α! γλυκιά μου!
Είσαι όμορφη και τραγανή και
αχ…

Βλέπω στις φλέβες σου πώς λάμπουν δάκρυα.
Μυρίζω τα χέρια σου πώς ψάχνουν τη σιωπή.

Α! γλυκιά μου, η ζωή…

Χόρεψε στη μουσική
μάσισε το τίποτα
όργωσε
τα τακουνάκια σου, γλυκιά μου.

Χύνομαι μπρος σου
σε φιλώ.

Το μαύρο της πηγής σου
ας μείνει πάντα τέτοιο.
Είναι τόσο βαρετή η τάξη!

Κι εσύ, γλυκιά μου…
Α! εσύ…

Ψάχνω να βρω να σηκωθώ
να διασχίσω αυτό το bar
να σε κεράσω ένα ποτό κάτι. 
Τί άραγε να πίνεις;

Όχι σήμερα. 
Αύριο. 
Θα σηκωθώ (;).

Κι εσύ, γλυκιά μου
εκεί γλυκιά θα επιμένεις. 
Με τα μπουτάκια τροφαντά
με τα βυζάκια φίνα. 

Αχ! Γλυκιά μου! 
Πώς να διανύσω τ’ άπειρο;
 

8689.jpg

 

Αλλά ο ήλιος επιμένει
κάθε πρωί
κάθε πρωί
να βγαίνει
άλλοτε ζεστός άλλοτε παγωμένος
μα είναι πάντα εκεί
κάθε πρωί. 

Κι ας έρχεται το βράδυ
κάθε βράδυ. 
Κι ας σβήνεται στο βράδυ
κάθε βράδυ.

Δεν είναι το «για πάντα» που διεκδικεί
(θα ήτανε χαμένος)
μα είναι η στιγμή
το τώρα
το εδώ
που χάνεται προτού
να συλληφθεί.

Ο ήλιος επιμένει.

Είμαστε για όσο.
Τίποτε πριν μετά.

Ήσυχα που ‘ναι έτσι!
Και καλά.
40n.jpg

 

Γεννήθηκα σ΄ένα κουτί ξύλινο μικρό.
Άνετα χωρούσε στη χούφτα σας.

Κάποτε ήταν αρκετό. Περίσσευε μάλιστα.
Μα ήρθε η ώρα που δεν έφτανε.
Δεν έφτανε να σταθώ, μα ούτε να ξαπλώσω.

Κάναν υπομονή τα ποδάρια μου, να μην σας πονέσουν.
Πώς χωρούσαν τόσοι άλλοι στα δικά τους ολόδικα κουτιά αδιαμαρτύρητα;

Ζάρωνα να γίνω
κούτσικη
να
γ
ί
ν
ω.

Ζάρωνε και το αί-μα
φοβόταν
θύμωνε
φοβόταν
τίποτε.

Γεννήθηκα σ΄ένα κουτί ξύλινο μικρό
μέχρι που ένα πρωί πέθανα εκεί.

6n.jpg

Βυθισμένοι
στις νύχτες της σιωπηλής τους απόγνωσης
ενοχλούνται
οι γείτονες
τηλεφωνούν μεταμεσονύχτια
ζητούν να πάψουμε λέει
να ησυχάσουμε
να μην προκαλούμε πια
τους όποιους κανονικούς με τις
φωνές μας ανάσες
βαριές και βασανάκια αχ ηδονικά.


είμαστε  
το τεράστιο κρεβάτι
σχεδία και σχέδια
να λες «σ΄αγαπώ»
και να το ξέρω πως ναι κι εγώ τώρα αυτήν εδώ τη στιγμή
να λες «θέλεις κι άλλο;» κι εγώ «ναι, μωρό μου, κι άλλο κι άλλο κι άλλο πάντα κι άλλο».

Πώς να πάψουμε να είμαστε ο έρωτας;

Πάλι χτυπάει το τηλέφωνο.

Η ώρα 5 το πρωί.

 

(Με τις ευχαριστίες μας
για την υπενθύμιση/απειλή
του Henry David Thoreau ότι
“Most people lead lives of quiet desperation)

Vladimir Mayakovsky

Νοεμβρίου 17, 2007 - 2 Responses

01mayakovsky.jpg

  

 

 Εσείς θα καταφέρετε;

Αμέσως άλλαξα σα σκίτσο τη ημέρα,
ρίχνοντας την μπογιά απ’ τον κουβά,
έδειξα πάνω στην ανάγλυφή μας σφαίρα
ανάγλυφα του κόσμου τα καλά και τα στραβά.
Στα λέπια των ψαριών τα κρύα
εύκολα διάβασα τα δόγματα της κοσμοσυρροής.
Εσείς
θα καταφέρετε
να παίξετε τη νυκτωδία, σε ένα φλάουτο
από σωλήνες της υδρορροής;

 

lissitzky_beat_the_white1.gif

  К ответу! Гремит и гремит войны барабан.
Зовет железо в живых втыкать.
Из каждой страны
за рабом раба
бросают на сталь штыка.
За что?
Дрожит земля
голодна,
раздета.
Выпарили человечество кровавой баней
только для того,
чтоб кто-то
где-то
разжился Албанией.
Сцепилась злость человечьих свор,
падает на мир за ударом удар
только для того,
чтоб бесплатно
Босфор
проходили чьи-то суда.
Скоро
у мира
не останется неполоманного ребра.
И душу вытащат.
И растопчут там её
только для того,
чтоб кто-то
к рукам прибрал
Месопотамию.
Во имя чего
сапог
землю растаптывает скрипящ и груб?
Кто над небом бoёв -
свобода?
Бог?
Рубль!
Когда же всанешь во весь свой рост,
ты,
отдающий жизнь свою им?
Когда же в лицо им бросишь вопрос:
за что воюем?
 

 

Καλώ στην απολογία!

 

Χτυπάει ασταμάτητα το τύμπανο του πολέμου
Καλεί να μπήγουν σίδερο στους ζωντανούς.
Από τις διάφορες επικράτειες τους πολίτες
σαν σκλάβους πουλημένους
πετούν στην κόψη της λόγχης.
Για τι;
Τρέμει η γη
πεινασμένη,
απογυμνωμένη.
Ζεμάτισαν την ανθρωπότητα στο λουτρώνα αιματηρό
μόνο γιατί
κάποιος επιμένει
να κερδίσει την Αλβανία.
Αρπάχθηκε το μίσος των ανθρώπινων σκυλολογιών αιμόχαρο,
πέφτουν στο σώμα της γης χτυπήματα ανελέητα,
μόνο για να περάσουν
τον Βόσπορο
καράβια κάποια αφορολόγητα.
Σύντομα
η γη
δε θα’ χει άσπαστο πλευρό.
Και την ψυχή θα βγάλουν
με τα χέρια απλωμένα στα δημόσια ταμεία,
μόνο για να
πάρει κάποιος
στα χέρια του
τη Μεσοποταμία.
Εν ονόματι ποιών συμφερόντων
η αρβύλα
τη γη καταπατεί τρίζοντας άγρια;
Τι είναι εκεί στον ουρανό των μαχών;
Ελευθερία;
Θεός;
Δολάριο!
Πότε επιτέλους θα σηκωθείς με όλο σου τ’ ανάστημα
εσύ,
που τη ζωή σου δίνεις ηλίθια;
Πότε θα πετάξεις στα μούτρα τους την ερώτηση
γιατί πολεμάμε, αλήθεια!

 

1917

 02mayakovsky.jpg  

 

TO TEΛΕΥΤΑΙΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΡΩΣΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

 

Σε όλους

Για το θάνατό μου μην κατηγορήσετε κανένα
και παρακαλώ να λείψουν τα κουτσομπολιά.
Το απεχθανόταν αυτό φοβερά ο μακαρίτης.
Μητέρα, αδελφές και σύντροφοι, συγχωρέστε με – αυτός δεν είναι τρόπος-
(δεν τον συμβουλεύω σε άλλους)
μα δεν έχω διέξοδο. Λίλια αγάπαμε.
Συντρόφισσα κυβέρνηση, η οικογένειά μου είναι
η Λίλια Μπρικ, η μητέρα, οι αδελφές και η Βερόνικα Βιτόλοτοβα Πολόνσκαγια.
Αν τους εξασφαλίσεις μια υποφερτή ζωή, ευχαριστώ.
Τ’ αρχινισμένα ποιήματα δώστε τα στους Μπρικ.
Αυτοί θα τα ξεδιαλύνουν.
Το επεισόδιο θεωρείται λήξαν” καθώς λεν
και εμείς ας πούμε
τη βάρκα του έρωτα
τη συνέτριψε η ζωή.
Είμαστε πάτσι τώρα οι δυό μας
και δεν έχει νόημα να καταγραφούνε κάθε αμοιβαίος πόνος, συμφορά και προσβολή.
Να ‘στε καλά.
Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι
Υστερόγραφο 12.IV.30
Σύντροφοι της ΡΑΠΠ. Μη με θεωρήσετε λιγόψυχο.
Σοβαρά, τίποτα δεν μπορεί να γίνει.
Γειά σας.
Πέστε του Γιερμίλοφ, λυπάμαι που έβγαλα το σύνθημα,
έπρεπε να συνεχίσω τον καυγά ως το τέλος.
Β.Μ.
Στο τραπέζι μου είναι 2.000 ρούβλια – δώστε τα στην Εφορία.
Τα υπόλοιπα πάρτε τα απ’ τις Κρατικές Εκδόσεις.
Β.Μ. 

 mayakovsky-b.jpg

 

 

ΣΤΙΧΟΙ ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΒΙΕΤΙΚΟ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟ

 

 

Θα καταβροχθίσω
τη γραφειοκρατία
σα λύκος
Δε σέβομαι
τα πιστοποιητικά
και στέλνω
σ’ όλους τους διαόλους
όλα τα «χαρτιά».
Όμως αυτό …
Πηγαίνοντας ξυστά
στα βαγόνια,
ένας δημόσιος υπάλληλος
αξιοσέβαστος
προχωρεί
Καθένας δείχνει το διαβατήριό του
κι εγώ
δίνω
το
μικρό μου κόκκινο καρνέ.
Είναι διαβατήρια
που σου φέρνουνε το γέλιο,
άλλα πάλι –
σου ‘ρχεται να τα φτύσεις.
Είναι, λόγου χάρη,
άξια σεβασμού
τα διαβατήρια
με το εγγλέζικο λιοντάρι
απ’ τις δυο μεριές.
Τρώγοντας
με τα μάτια αυτόν τον κύριο,
με χαιρετούρες κι υποκλίσεις
παίρνει
σα να παίρνει πουρμπουάρ,
το διαβατήριο
ενός Αμερικάνου.
Για το πολωνικό
παίρνει το ύφος
μιας κατσίκας που κοιτάζει μιαν αφίσα.
Για το πολωνικό –
το μέτωπο είναι ζαρωμένο.
Όμως, δίχως
το κεφάλι του να στρέψει,
χωρίς να δοκιμάσει
συγκινήσεις ζωηρές,
δέχεται
δίχως τα μάτια του ν’ ανοιγοκλείσει
τα δανέζικα χαρτιά
και το σουηδικά
όλων
των ειδών.
Ξαφνικά,
σα γλειμμένο απ’ τη φωτιά,
το στόμα
του κυρίου
στραβώνει.
Ο κύριος
υπάλληλος
άγγιξε
το κόκκινό μου διαβατήριο.
Τ’ αγγίζει σα να ‘ταν
μια βόμβα,
τ’ αγγίζει σα να ‘ταν
σκατζόχερας,
σα να ‘ταν
ξυράφι δίκοπο,
τ’ αγγίζει σα να ‘ταν
κροταλίας
με δυο δεκάδες γλώσσες,
που ‘χει δυο μέτρα μάκρος και περισσότερο.
Το διαβατήριο
θάμπωσε
το βλέμμα του αχθοφόρου,
που ετοιμάζεται να κουβαλήσει τις αποσκευές δίχως αμοιβή.
Ο αστυφύλακας
κοιτάζει το μυστικό,
ο μυστικός
τον αστυφύλακα.
Με πόση απόλαυση
θα μ’ είχε
μαστιγώσει, σταυρώσει
η φάρα των αστυφυλάκων,
επειδή
κρατώ στα δυο μου χέρια,
ο στηριχτής του δρεπανιού,
του σφυριού ο φορέας,
το σοβιετικό μου
διαβατήριο.
Θα καταβροχθίσω
τη γραφειοκρατία
σα λύκος
Δε σέβομαι
τα πιστοποιητικά
και στέλνω
σ’ όλους τους διαόλους
όλα τα «χαρτιά».
Όμως, αυτό …
Θα τραβήξω
απ’ τις βαθιές μου τσέπες
την απόδειξη
μεγάλου συναλλάγματος.
Διαβάστε καλά,
ζηλέψτε –
είμαι
ένας πολίτης
της Σοβιετικής Ένωσης.

Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι, 1929

 

 

vladimir.jpg

 

Σύννεφο με παντελόνια

Τη σκέψη σας που νείρεται
πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξιγκόθρεφτος λακές
σ’ ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου.
Φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.

Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχιά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω
εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.

Εσείς οι αβροί!…
Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.

Όμως εσείς,
θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα;
Ελάτε να σας δασκαλέψω,
εσάς τη μπατιστένια απ’ το σαλόνι,
εσάς την άψογο υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων
κι εσάς που ξεφυλλίζετε ήρεμα-ήρεμα τα χείλη σας
σα μια μαγείρισσα που ξεφυλλίζει τις σελίδες του οδηγού μαγειρικής.

Θέλετε
θα ‘μαι ακέραιος, όλο κρέας λυσσασμένος
-κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός-
θέλετε-
θα ‘μαι η άχραντη ευγένεια
-όχι άντρας πια, μα σύγνεφο με παντελόνια

   

Βλαδίμηρος Μαγιακοφσκι

Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος

elsken_paris_1950_1180874791.jpg

 

Ν. Καρούζος

 

 

Μαγιακόφσκι

 

Ωραίος απ’ τη θύελλα της βιομηχανίας

αεροπόρος των ηλιόλουστων ημερών

μεγάλο δάκρυ

που κατεβαίνει ως τα χείλη

για να καίει τις αθάνατες Μαρίες

ο Βλαντιμίρ.

Ίσως έπρεπε πριν απ’ την ένδοξη ταφή

να φωτίζεται με προβολείς ο νεκρός του.

Ίσως αξίζει να τον βλέπουμε σαν καταρράκτη

ανάμεσα στην ορμή τ’ ουρανού και στα δάση.

Ίσως έπρεπε να διευθύνει κοσμοδρόμια.

Πάντως

μ’ αρέσει που έπιασε την παλιά Ρωσία απ’ τα μαλλιά

και την έστειλε στο διάβολο

θρυμματίζοντας μια κιθάρα στο κεφάλι της.

Μ’ αρέσει που δεν θα πεθάνει ποτέ

γιατί δεν ξεχώρισε τη συμφορά και την ποίηση.

Μ’ αρέσει γιατί στάθηκε στο ύψος του

ο Βλαντιμίρ.

Αυτός είναι που έδινε στον Κουτούζωφ

τη μυστηριώδη δύναμη.

Αυτός είναι που σκύλιαζε πραγματικά

για το μέλλον. Αυτός

έλαμπε στην κατάλευκη ορμή του Ουλιάνωφ.

Απ’ την άγνωστη χαραυγή μας, απ’ τα σπήλαια,

έτσι δείχνουν τα πράγματα.

Η ζωή θα πρέπει να προσχωρήσει μαζί του

ολάκερη καθώς τη χάρισε στην καρδιά των δικαίων.

Η ζωή θα χρειαστεί και πάλι τους χαρταετούς.

Απ’ το βαρύ του φέρετρο πετάγονταν

πυροτεχνήματα ψηλά στη νύχτα

κι απ’ τη βαθειά ειρήνη της σιωπής του

έβγαινε ο καπνός της μέσα μάχης. Ας είναι λοιπόν…

Ας είναι κι ο Βλαντιμίρ ένα σύμβολο

ανοιχτό στην ευτυχία.

Δεν ξέρω, βέβαια, τι είναι ευτυχία.

Γνωρίζω όμως τον αγώνα για δαύτη.

Δεν ξέρω τι κρύβει ο έρωτας.

Γνωρίζω μονάχα

πως είναι οι εξήντα τέσσερες άνεμοι.

Γνωρίζω πως είναι όλες οι ανατολές του ήλιου –

τέτοια τύχη

τέτοια τύχη!

 

(Δημοσιεύτηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 146, Φλεβάρης 1967, σελ. 133)

 

mayakovsky_lilya1915.jpg

 

 

 

 Σημαίνουσα θέση ανάμεσα στους διανοούμενους που ύμνησαν την Οκτωβριανή Επανάσταση κατέχει ο αδιαμφισβήτητος βάρδος της, Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι (1893 – 1930), αλλά και ο ευρύτερος κύκλος των λογίων του ΛΕΦ (Αριστερό Μέτωπο Τέχνης), το οποίο ίδρυσε το 1923. Ο Μαγιακόφσκι έθεσε τον εαυτό του στην υπηρεσία της επανάστασης κατά πολλούς τρόπους. Πρώτα – πρώτα, με το πλούσιο, αισθητικά πρωτότυπο και με σαφήνεια προσανατολισμένο στη στήριξη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης έργο του. Επειτα, με τους αισθητικούς προβληματισμούς τόσο του ίδιου όσο και του κύκλου του ΛΕΦ, σε σχέση με την κοινωνική σημασία της τέχνης και με την αντανάκλασή της στη μορφή του καλλιτεχνικού δημιουργήματος.
Οι ρηξικέλευθες αισθητικές αντιλήψεις του Μαγιακόφσκι εμπεριείχαν πάντως ένα θεωρητικό σφάλμα: την άρνηση όλης της προηγούμενης πολιτιστικής παράδοσης της ανθρωπότητας και την άποψη ότι ένα σύστημα τόσο νέο όσο το σοβιετικό δεν μπορούσε παρά να εκφραστεί μόνο μέσα από εντελώς νέες αισθητικές μορφές. Από εδώ ξεκινά και η μορφική προσέγγιση του έργου του με το φουτουρισμό, την αισθητική αντίληψη που αρνείται οποιαδήποτε αξιοποίηση και επιβίωση μορφών τέχνης του παρελθόντος και που ιδεολογικο-πολιτικά χωρίστηκε σε δύο απολύτως εχθρικά μεταξύ τους ρεύματα, γεωγραφικά προσδιορισμένα: ο ιταλικός φουτουρισμός συνδέθηκε με το κίνημα του φασισμού. Αντίθετα, ο φουτουρισμός στην επαναστατημένη Ρωσία συνδέθηκε στενά με την επανάσταση και την ύμνησε.
Προκλητικός στις απόψεις, στο ντύσιμο και στον τρόπο ζωής, ο νεότατος άνδρας που, από τα εφηβικά του χρόνια είχε γίνει μέλος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (του μετέπειτα Κόμματος των Μπολσεβίκων) και είχε γνωρίσει την εμπειρία των τσαρικών φυλακών, τάχθηκε αυτονόητα στο πλευρό της επανάστασης και κατέστη ο βάρδος της. Η αξία του λογοτεχνικού και δραματικού έργου του οφείλεται ακριβώς στη σύνδεσή του με την επανάσταση: είναι ο διθύραμβος για τους θριάμβους της, αλλά και η εναγώνια προφητεία για τους κινδύνους του μέλλοντός της.

»
Ο Μαγιακόφσκι όμως πρόσφερε στη σοβιετική κουλτούρα και σε ένα ακόμη επίπεδο: Η προσφορά αυτή σχετίζεται με μία «χρησιμοθηρική» αντίληψη για τη λειτουργία της τέχνης, πάρα πολύ ωφέλιμη για τα πρώτα βήματα του σοσιαλιστικού καθεστώτος. Σε αυτή την περίπτωση, η τέχνη όχι μόνο ψυχαγωγεί και διαπαιδαγωγεί αισθητικά και ιδεολογικά το λαό, αλλά και τον ενημερώνει, ακόμη και για τα πιο απλά, πρακτικά ζητήματα. Ο πολυπράγμων Μαγιακόφσκι σχεδίαζε, ως προπαγανδιστικό υλικό για το πρακτορείο ΡΟΣΤΑ (πρόδρομο του σοβιετικού πρακτορείου ΤΑΣ), αφίσες που, με πολύ εύγλωττο τρόπο, αναφέρονταν σε όλα τα τρέχοντα ζητήματα της σοβιετικής πολιτικής ζωής: από τις νίκες του Κόκκινου Στρατού κατά των Εθνοφρουρών, μέχρι την ανάγκη μαζικού εμβολιασμού του πληθυσμού.
Το 1930, ο Μαγιακόφσκι θα θέσει ο ίδιος τέρμα στη σύντομη αλλά πλούσια ζωή του, με έναν πυροβολισμό. Ο ποιητής που οραματίστηκε και περιέγραψε όπως άλλος κανείς το φωτεινό μέλλον την ανθρωπότητας, αρνούμενος ωστόσο την ιστορική πείρα του παρελθόντος της, εγκλωβισμένος σε ένα πλέγμα προσωπικών αδιεξόδων (όχι άσχετων πάντως με συνολικότερους ιδεολογικούς προβληματισμούς που αφορούσαν το πεδίο των διαπροσωπικών σχέσεων και που αναπτύσσονταν πάνω στο έδαφος της πολιτικο-ιδεολογικής διαπάλης που ξέσπασε από πολύ νωρίς στους κόλπους των μπολσεβίκων), κινούμενος ανάμεσα στο διθύραμβο και στην κριτική γι’ αυτή την πρώτη νικηφόρα «έφοδο στον ουρανό», συντρίφτηκε από το βάρος της εποχής και των οραμάτων του. Δεν τα εγκατέλειψε, δεν τα αρνήθηκε, τα ύμνησε μέχρι τέλους. Για τούτο και μέχρι σήμερα, «σείων σα μπολσεβίκικη ταυτότητα, κομματική, τους εκατό τόμους μαζί όλων του των κομματικών, των μπολσεβίκικων βιβλίων», κυριαρχεί, ως πρότυπο επαναστάτη – ποιητή, στην ποίηση του αιώνα που πέρασε, «όχι άντρας πια, μα σύννεφο με παντελόνια».
 

 

εργογραφία
– 1912: «Χαστούκι στο γούστο του κοινού» (θεωρητικό κείμενο, μανιφέστο του κυβοφουτουρισμού).
– 1913: «Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι. Μια τραγωδία» (θεατρικό).
– 1915: «Ο αδέσποτος σκύλος», «Σύννεφο με παντελόνια» (ποιήματα).
– 1917 – 1918: «Μυστήριο Μπούφο» (θεατρικό στην τελική του μορφή, παίζεται το 1920, στο δεύτερο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς).
– 1918: «Ωδή στην Επανάσταση» (ποίημα), «Σταρίσια λέξη» (συλλογή).
– 1919: «Αριστερό Εμβατήριο» (ποίημα).
– 1921: «150.000.000» (ποίημα, δημοσιεύτηκε ανώνυμα).
– 1922: «Παρασυνεδριαζόμενοι» (σατιρικό ποίημα).
– 1923: «Αγαπώ», «Γι’ αυτό» (ποιήματα).
– 1924: «Βλαντίμιρ Ιλιτς Λένιν (ποίημα).
– 1924 – 1925: ποιήματα και σκίτσα εμπνευσμένα από τις περιοδείες του στη Δυτική Ευρώπη, στις ΗΠΑ, στο Μεξικό και την Κούβα.
– 1926: «Πώς γίνεται η ποίηση» (πεζογράφημα).
– 1927: «Καλά» (συνθετικό ποίημα). Σειρά σεναρίων για τον κινηματογράφο.
– 1928: «Ο κοριός» (θεατρικό).
– 1929: «Το χαμάμ» (θεατρικό).

mayakovsky.jpg

Henry Charles Bukowski

Οκτωβρίου 19, 2007 - One Response

bukowski039.jpg

 ήρεμα, βλάκα

πρέπει να δεχτείς την
πραγματικότητα
είτε
κάθεσαι μπροστά από μια πρέσα όλη μέρα είτε
γυρνάς σπίτι
πτώμα απʼ το εργοστάσιο χαρτόκουτων
για να βρεις
τρία πιτσιρίκια να πετάνε βρώμικες μπάλες του τένις
στους τοίχους ενός
δυαριού και τη
χοντρή γυναίκα σου να κοιμάται ενώ
καίγεται το φαγητό.

πρέπει να δεχτείς την
πραγματικότητα
που επικρατεί σε έθνη με
πυρηνικά αποθέματα αρκετά νʼ
ανατινάξουν το κέντρο της
γης
και να ελευθερώσουν τελικά
τον Διάβολο
τον Ίδιο
που ξερνάει την κόκκινη φωτιά του υγρού
ολέθρου.

πρέπει να δεχτείς την
πραγματικότητα
καθώς διαστέλλονται και σπάνε
οι τοίχοι του τρελάδικου
και τρομοκρατημένοι οι παράφρονες
πλημμυρίζουν τους
άγριους δρόμους.

πρέπει να δέχεσαι την τρομερή
πραγματικότητα.

bukowski028.jpg


πετώντας το ξυπνητήρι

ο πατέρας μου έλεγε πάντα: «νωρίς στο κρεβάτι και
νωρίς στο πόδι, ο άντρας γίνεται υγιής, πλούσιος
και σοφός».

τα φώτα στο σπίτι μας έσβηναν στις οχτώ
σηκωνόμασταν χαράματα απʼ τη μυρωδιά του
καφέ, του τηγανιτού μπέικον και των χτυπητών
αυγών.

Σʼ όλη του τη ζωή, ο πατέρας μου έμεινε πιστός στο
πρόγραμμα
Αυτό.
πέθανε νέος, απένταρος,
κι όχι ιδιαίτερα
σοφός, νομίζω.

Μετά απʼ αυτή τη διαπίστωση, απέρριψα τις συμβουλές του
κι έτσι
αργά έπεφτα στο κρεβάτι κι αργά ξυπνούσα: το μεσημέρι.

δεν ισχυρίζομαι ότι κατέκτησα
τον κόσμο αλλʼ απέφυγα τουλάχιστον
τα πρωινά μποτιλιαρίσματα, γλίτωσα από κάμποσες παγίδες
γνώρισα παράξενους, υπέροχους
ανθρώπους

ένας απʼ τους οποίους
ήταν
ο εαυτός μου – κάποιος που ο πατέρας μου
δεν γνώρισε
ποτέ.

bukowski025.jpg

μέρη για να πεθάνεις και μέρη για να κρυφτείς

καμιά ελπίδα.
τίποτα.
βάλε τα παπούτσια σου,
βγάλʼ τα.
πάρε το ποδήλατο και πέρνα μέσʼ από ʼνα πάρκο στο
Παρίσι.
διάβασε τα μεγάλα έργα της εποχής μας.
τίποτα.
δες τον ακροβάτη να πέφτει και να πεθαίνει.
καμιά ελπίδα.
ανοιγόκλεισε τα μάτια σου, ξύσε τη μύτη σου.
τίποτα.
κάτσε στην πολυθρόνα του οδοντιάτρου και προσηλώσου
στο πρόσωπο του Θεού.
τίποτα.
δες το έκτο άλογο να ορμάει απʼ την πύλη σαν μπάλα
κανονιού.
καμιά ελπίδα.
το όγδοο άλογο την έβαψε.
καμιά ελπίδα στο Βέγκας.
καμιά ελπίδα στο Μόντε Κάρλο.
καμιά ελπίδα εδώ στη Νότια Καλιφόρνια.
καμιά ελπίδα στο Βόρειο Πόλο.
βάλε τα παπούτσια σου,
βγάλʼ τα.
τίποτα.
τα παράθυρα γυαλίζουν τούτο το μαύρο πρωινό
ένας Κινεζο-εβραίος τρέμει μες στην παγωνιά.
θάβω τον πατέρα μου με πράσινο πανωφόρι.
καμιά ελπίδα.
δεν αντέχω τις συμφορές αλλά πρέπει νʼ αντέξω.
είναι έμφυτο,
δεν μπορώ να ξεφύγω.
να τα παπούτσια μου κάτω απʼ το κρεβάτι.
κοίτα τα.
παγωμένα, νεκρά, με τα κορδόνια τους.
Ελπίδα καμιά.
η θλίψη ωρύεται, χτυπιέται στους τοίχους.
μια απʼ τις γάτες μου κοιτάζει κάτι αθέατο.
χαμογελάω, κουνάω το κεφάλι.
τίποτα.
τίποτα καινούργιο.
σκίζω το σελοφάν απʼ το πούρο μου.
τίποτα δεν συμβαίνει.
ο πολιτισμός καταρρέει και σπάει σαν τεράστιο κύμα.
μια πεταλουδίτσα μπαίνει επιφυλακτικά στο δωμάτιο.
η μουσική σταματάει.

bukowski001.jpg

απολογισμός

κι άλλες χαμένες μέρες,
ξεκοιλιασμένες μέρες,
εξατμισμένες μέρες.

κι άλλες χαραμισμένες μέρες,
σπαταλημένες μέρες,
δαρμένες μέρες,
ακρωτηριασμένες.

το πρόβλημα είναι ότι
το άθροισμα των ημερών
μας κάνει μια ζωή,
τη ζωή μου.

κάθομαι εδώ
εβδομήντα τριών χρονών
ξέροντας ότι ξεγελάστηκα
τα ʼκανα θάλασσα?
τσιγκλάω τα δόντια μου
με μια οδοντογλυφίδα
που
σπάει.

ο θάνατος θα ʼπρεπε να ʼρχεται εύκολα:
σαν εμπορικό τρένο που
δεν τʼ ακούς όταν
έχεις
την πλάτη γυρισμένη.
 

bukowski052.jpg

 

16-bit intel 8088 chip

with an Apple Macintosh
you can’t run Radio Shack programs
in its disc drive.
nor can a Commodore 64
drive read a file
you have created on an
IBM Personal Computer.
both Kaypro and Osborne computers use
the CP/M operating system
but can’t read each other’s
handwriting
for they format (write
on) discs in different
ways.
the Tandy 2000 runs MS-DOS but
can’t use most programs produced for
the IBM Personal Computer
unless certain
bits and bytes are
altered
but the wind still blows over
Savannah
and in the Spring
the turkey buzzard struts and
flounces before his
hens.

bukowski014.jpg

young in new orleans

starving there, sitting around the bars,
and at night walking the streets for
hours,
the moonlight always seemed fake
to me, maybe it was,
and in the French Quarter I watched
the horses and buggies going by,
everybody sitting high in the open
carriages, the black driver, and in
back the man and the woman,
usually young and always white.
and I was always white.
and hardly charmed by the
world.
New Orleans was a place to
hide.
I could piss away my life,
unmolested.
except for the rats.
the rats in my dark small room
very much resented sharing it
with me.
they were large and fearless
and stared at me with eyes
that spoke
an unblinking
death.

women were beyond me.
they saw something
depraved.
there was one waitress
a little older than
I, she rather smiled,
lingered when she
brought my
coffee.

that was plenty for
me, that was
enough.

there was something about
that city, though
it didn’t let me feel guilty
that I had no feeling for the
things so many others
needed.
it let me alone.

sitting up in my bed
the llights out,
hearing the outside
sounds,
lifting my cheap
bottle of wine,
letting the warmth of
the grape
enter
me
as I heard the rats
moving about the
room,
I preferred them
to
humans.

being lost,
being crazy maybe
is not so bad
if you can be
that way
undisturbed.

New Orleans gave me
that.
nobody ever called
my name.

no telephone,
no car,
no job,
no
anything.

me and the
rats
and my youth,
one time,
that time
I knew
even through the
nothingness,
it was a
celebration
of something not to
do
but only
know.

from: Last Night on Earth Poems, 1992

bukowskipainting005.jpg

Ο Τσαρλς Μπουκόφσκι γεννήθηκε στις 16 Αυγούστου του 1920, στη γερμανική πόλη Άντερναχ (Andernach). H μητέρα του ήταν Γερμανίδα και ο πατέρας του ένας Πολωνο-Αμερικάνος στρατιώτης, ο οποίος ήταν μέρος της στρατιωτικής δύναμης που είχε μείνει στη Γερμανία μετά τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η οικογένεια μετανάστευσε στο Λος Άντζελες, όταν ο Τσαρλς ήταν μόλις δύο ετών, ένα μέρος που τον επηρέασε πάρα πολύ στα γραπτά του.

O πατέρας του Τσαρλς αναφέρεται συχνά κι από τον ίδιο ως αρκετά βίαιος και κλειστόμυαλος άνθρωπος. Προσπαθούσε να είναι απόλυτα νομοταγής, και άποπειράθηκε να εμφυτεύσει στον γιο του τα δικά του ιδανικά, ώστε εκείνος να γίνει ένα παραγωγικό και ωφέλιμο μέλος της κοινωνίας. Συχνά ήταν άνεργος και έβγαζε τον πόνο και την αγωνία του πάνω στον Τσαρλς, δέρνοντάς τον επανειλημμένα μέχρι τα δέκα του χρόνια. Το αποτέλεσμα ήταν ο Μπουκόφσκι να αρχίσει να νιώθει την εγκατάλειψη και την απομόνωση, και να μένει συνειδητά άπραγος με την έννοια της εναντίωσης, όχι μόνο απέναντι στον πατέρα του, αλλά και σε ολόκληρη την κοινωνία. Ο πατέρας του Τσαρλς τον επηρέασε πάρα πολύ στη ζωή του αλλά και στα γραπτά του. Είναι βασικός χαρακτήρας στη θεματολογία του, και γράφει γι’ αυτόν ακόμα και στα τελευταία του ποιήματα στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου, λίγο πριν πεθάνει.

Κατά τα σχολικά του χρόνια, ο Μπουκόφσκι διάβασε πολύ. Όταν αποφοίτησε, γράφτηκε στο κολέγιο του Λος Άντζελες για να σπουδάσει δημοσιογραφία και λογοτεχνία, ώστε να γίνει συγγραφέας. Ένα χρόνο μετά, η μητέρα του έγινε έξαλλη όταν ανακάλυψε κάποια κείμενά του, με τα οποία και τάισε τη μηχανή κουρέματος του γκαζόν. Ο Μπουκόφσκι έφυγε από το σπίτι του και έζησε σαν αλήτης ταξιδεύοντας προς την Ατλάντα. Εκεί έμεινε σε μια παράγκα όπου τρεφόταν καθημερινά με σοκολάτες. Αναγκάστηκε να γυρίσει, όμως, κάποια στιγμή σπίτι του, κάτι που θα έκανε συχνά τα επόμενα χρόνια όταν δε θα είχε πουθενά αλλού να πάει.

bukowskipainting013.jpg

Όταν η Αμερική πήρε μέρος ενεργά στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι φίλοι του και κυρίως ο πατέρας του, τον πίεσαν να καταταγεί στο στρατό. Ο Μπουκόφσκι δεν ένιωθε πως ήθελε να πάει στον πόλεμο, κι έτσι ξεκίνησε μια ζωή περιφερόμενου άστεγου. Τον Αύγουστο του 1944 κρίθηκε ακατάλληλος για να εκτίσει τη στρατιωτική του θητεία[1] και αργότερα κατέληξε για λίγο καιρό στη Νέα Υόρκη, όπου την περίοδο του πολέμου και σε ηλικία 24 ετών, δημοσίευσε το πρώτο του διήγημα “Aftermath of a Lengthy Rejection Slip” στο περιοδικό Story Magazine. Η Νέα Υόρκη δεν τον κέρδισε, όμως, και σύντομα έφυγε για πιο φιλόξενα μέρη.

Δυο χρόνια αργότερα,άλλο ένα διήγημά του, το “20 Tanks From Kasseldown”, θα δημοσιευθεί στο Portfolio IΙΙ. Ο Μπουκόφσκι απογοητεύτηκε από τη αργή διαδικασία εκδόσεων των έργων του, και σταμάτησε το γράψιμο για περίπου μία δεκαετία. Έζησε σε διάφορες πόλεις των Η.Π.Α, αλλά κυρίως στο Λος Άντζελες. Την περίοδο αυτή, έκανε μια σειρά από απίθανες και περίεργες δουλειές, ενώ κοιμόταν σε φτηνά, ενοικιαζόμενα δωμάτια. Στις αρχές της δεκαετίας του ‘50, έπιασε προσωρινά δουλειά στο ταχυδρομείο ως ταχυδρόμος, αλλά την παράτησε μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια. Το 1955 μπήκε αιμορραγώντας εσπευσμένα στο νοσοκομείο απόρων, έχοντας “κερδίσει” ένα έλκος στομάχου, που παρά λίγο να τον σκοτώσει.

 

bukowskipainting018.jpg

 

Όταν βγήκε από το νοσοκομείο, ο Μπουκόφσκι ξεκίνησε να γράφει ποίηση. Αν και εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο αυθεντικούς και με σημαντικότατη επιρροή μεταπολεμικούς ποιητές, ο Μπουκόφσκι δεν έτυχε αναγνώρισης στην Αμερική, ούτε σε μεγάλα περιοδικά, ούτε στην ακαδημία. To 1957 παντρεύτηκε την Μπάρμπαρα Φράι (Barbara Frye), η οποία εξέδιδε το ποιητικό περιοδικό Harlequin και άρχισε να δημοσιεύει δουλειές του Μπουκόφσκι. Ο γάμος τους κράτησε περίπου δύο χρόνια. Μετά το διαζύγιο, ο Μπουκόφσκι ξαναγύρισε στο πιοτό, στην ποίηση, αλλά και στο ταχυδρομείο ως ταμίας, μια θέση την οποία κράτησε για πάνω από δώδεκα χρόνια.

Η πρώτη του ποιητική συλλογή “Flower, Fist and Bestial Wail” εκδόθηκε το 1959 σε ένα φυλλαδιάκι σε 200 αντίτυπα. Λίγο αργότερα, ο Jon Edgar Webb ο οποίος εξέδιδε το περιοδικό “The Outsider”, εντυπωσιάστηκε από τα ποιήματα του Μπουκόφσκι και άρχισε να δημοσιεύει δουλειές του. Αφιέρωσε ένα ολόκληρο τεύχος στον Μπουκόφσκι με τίτλο “Outsider of the Year”, και τελικά αποφάσισε να εκδόσει μια συλλογή της ποίησης του Μπουκόφσκι. Ο Μπουκόφσκι άρχισε να αποκτά φήμη σε underground περιοδικά και εφημερίδες, ενώ ξεκίνησε και μια στήλη στην εφημερίδα “Open City” του Λος Άντζελες, με το όνομα “Σημειώσεις ενός πορνόγερου” (“Notes of a Dirty Old Man”). Τα κείμενα της στήλης αυτής εκδόθηκαν αργότερα σε ξεχωριστό βιβλίο.

Ο Μπουκόφσκι απέκτησε μεγάλη φήμη στο εξωτερικό, και κυρίως στη Γερμανία, όπου μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ‘70, ήταν ο πιο πετυχημένος Αμερικανός συγγραφέας εκεί. Φήμη απέκτησε ακόμη στη Γαλλία, αλλά και σε άλλα μέρη της Ευρώπης, όχι όμως και στις Η.Π.Α., όπου το κοινό δεν τον αποδέχθηκε, εκτός από ένα περιορισμένο αριθμό φανατικών οπαδών του. Ο ίδιος ο Μπουκόφσκι φερόταν προκλητικά, και βοήθησε να γίνει το όνομά του διαβόητο, προκαλώντας συνεχώς αρνητικές κριτικές εναντίον του.

bukowskipainting060.jpg

 

Το 1969, ο Τζον Μάρτιν (John Martin), εκδότης των Black Sparrow Press, δίνει 100$ το μήνα στον Μπουκόφσκι για το υπόλοιπο της ζωής του, ώστε να ασχοληθεί μόνο με τη συγγραφή. Ο Τσαρλς παραιτείται σε ηλικία 49 ετών από το ταχυδρομείο για να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Όπως εξήγησε κι ο ίδιος αργότερα σε ένα γράμμα: “Έχω μία από τις δύο επιλογές — να παραμείνω στο ταχυδρομείο και να τρελαθώ… ή να μείνεω εκεί έξω, να το παίξω συγγραφέας και να πεθάνω της πείνας. Αποφάσισα να πθάνω της πείνας.”. Σε λιγότερο από ένα μήνα, έγραψε το πρώτο του βιβλίο που ήταν το Ταχυδρομείο (Post Office), το οποίο εκδόθηκε το 1971.

Το 1976 ο Μπουκόφσκι γνώρισε την Λίντα (Linda Lee Beighle), ιδιοκτήτρια ενός εστιατόριου. Δυο χρόνια αργότερα, το ζευγάρι μετακόμισε από την περιοχή του ανατολικού Χόλλυγουντ όπου ο Μπουκόφσκι είχε ζήσει τα περισσότερα χρόνια της ζωής του, στην κοινότητα του San Pedro, τη νοτιότερη περιοχή του Λος Άντζελες. Παντρεύτηκαν το 1985.

Ο Τσαρλς Μπουκόφσκι, πέθανε από λευχαιμία στις 9 Μαρτίου 1994, στο San Pedro της California, στην ηλικία των 73 ετών, λίγο καιρό αφότου είχε τελειώσει το τελευταίο του βιβλίο “Αστυνομικό” (Pulp). Πάνω στον τάφο του είναι γραμμένες οι λέξεις “Μην Δοκιμάσεις” (Don’t Try). Σύμφωνα με τη γυναίκα του, το νόημα των παραπάνω λέξεων έχει να κάνει με τις παρακάτω φράσεις: “Εάν σπαταλάς όλη σου την ώρα προσπαθώντας, τότε το μόνο που πράττεις είναι να προσπαθείς. Γι’ αυτό μην προσπαθείς. Πράξε” (“If you spend all your time trying, then all you’re doing is trying. So don’t try. Just do”).

bukowski007.jpg

Το Έργο του

O Μπουκόφσκι έκανε τα πρώτα του βήματα μέσα από μικρά περιοδικά στα τέλη του ‘50, και συνέχισε κατ’ αυτόν τον τρόπο μέχρι τις αρχές του ‘90. Τα ποιήματα και τα διηγήματά του εκδόδηκαν αργότερα από τις Black Sparrow Press, σαν συλλογικοί τόμοι της δουλειάς του. Ήταν πραγματικά ένας πολύ παραγωγικός συγγραφέας. Έγραψε χιλιάδες ποιήματα, εκατοντάδες διηγήματα και έξι μυθιστορήματα, με αποτέλεσμα να εκδοθούν πάνω από 50 βιβλία του. Ακόμα και τώρα, 10 χρόνια μετά το θάνατό του, συνεχίζουν και εκδίδονται βιβλία του με ανέκδοτο υλικό. Επιρροές

Σημαντική επιρροή στο έργο του άσκησαν οι Άντον Τσέχοφ (Anton Chekhov), Knut Hamsun, Έρνεστ Χέμινγουεϊ (Ernest Hemingway), Τζον Φέιντ (John Fante), Λουί-Φερντινάντ Σελίν (Louis-Ferdinand Céline), Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (Fyodor Dostoyevsky), D.H. Lawrence και άλλοι, στους οποίους και αναφερόταν συχνά. Πολύ μεγάλη επιροή είχε επίσης πάνω του και το Λος Άντζελες, και ήταν ένα από τα αγαπημένα του θέματα. Σε μια συνέντευξη που έδωσε το 1974, είχε πει χαρακτηριστικά: “Μένεις σε μια πόλη όλη σου τη ζωή, και καταλήγεις να ξέρεις κάθε δρόμο. Γνωρίζεις ολόκληρο το χωροταξικό σχέδιο της πόλης. Έχεις μια εικόνα του που βρίσκεσαι. … Από τότε που μεγάλωσα στο Λ.Α., είχα πάντα τη γεωγραφική και πνευματική αίσθηση ότι ήμουν εδώ. Είχα αρκετό χρόνο να μάθω την πόλη. Δεν μπορώ να δω άλλο μέρος εκτός από το Λ.A

 

Τα έργα του Τσαρλς Μπουκόφσκι είναι στην συντριπτική τους πλειοψηφία αυτοβιογραφικά, αν και ακόμη κι αυτά, περιέχουν αρκετά φανταστικά στοιχεία. Έχοντας ζήσει περίπου μια δεκαετία στο περιθώριο, μέσα από απορία, αλκοολισμό και συνεχείς καβγάδες, συνέλεξε ένα τεράστιο ποσό εμπειριών, τις οποίες και άρχισε να αποτυπώνει σιγά σιγά στα γραπτά του. Η φιγούρα του πατέρα του φαίνεται πως τον καταδιώκει συνεχώς, αποτυπώνοντας άλλοτε μίσος και αηδία προς το πρόσωπό του, κι άλλοτε μια ανθρώπινη κατανόηση, αναγνωρίζοντας τις συνθήκες που δημιούργησαν την προσωπικότητα του πατέρα του.

Η εγκατάλειψη, ο πόνος, η φτώχεια, η απελπισία, εκφράζονται όλα μέσω των πρώιμων έργων του Μπουκόφσκι. Οι άνθρωποι που καταστράφηκαν επειδή δεν τους δόθηκε μια ευκαιρία, ή επειδή απλά δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι καλύτερο στις ζωές τους. Αλκοολικοί, άστεγοι, πόρνες, άνθρωποι που ζουν την κάθε στιγμή, χωρίς να περιμένουν τίποτα από το αύριο. Ο Μπουκόφσκι κατάφερε να διεισδύσει στις ψυχές αυτών των ανθρώπων, και να παρουσιάσει τα ταλέντα τους, τις προσωπικότητές τους, την ανθρωπιά τους. Με τρόπο λυρικό και όχι επιθετικό, κατακρίνει τους πολιτικούς, τους στρατιωτικούς και τον πόλεμο, το αμερικάνικο όνειρο και ολόκληρη την κοινωνία. Μετά τη σχετική αναγνώρισή του και την εξέλιξη της κοινωνικής του κατάστασης, ο Μπουκόφσκι αλλάζει λίγο και τη θεματολογία του. Παύει να μιλά μόνο για ιστορίες χαμένων ανθρώπων. Συναναστρεφόμενος με διαφορετικούς ανθρώπους, διανθίζει τα έργα του με σαρκαστικά σχόλια για την καινούρια του ζωή, ωριμάζοντας και μαλακώνοντας λίγο το ύφος του.

 Κριτική

Από τη στιγμή του θανάτου του, ο Μπουκόφσκι έχει γίνει θέμα πάμπολλων άρθρων κριτικής απέναντι στη ζωή και το έργο του. Αν και αγαπήθηκε από πολλούς απλούς ανθρώπους και έγινε σύμβολο για ανθρώπους με ανικανότητες ή προβλήματα αλκοολισμού, οι ακαδημαϊκοί κριτικοί έχουν δώσει ελάχιστη σημασία στα γραπτά του. Θεωρείται όμως από πολλούς ως ένας πολύ σπουδαίος ποιητής, με μεγάλη επιρορή. Οι Ζαν Ζενέ (Jean Genet) και Ζαν-Πολ Σαρτρ (Jean-Paul Sartre) τον είχαν χαρακτηρίσει ως τoν “μεγαλύτερο ποιητή” της Άμερικής.

 Βιβλιογραφία

Σε παρένθεση και με έντονη γραφή εμφανίζεται ο ελληνικός τίτλος του έργου, εφ’ όσον έχει εκδοθεί

  • Flower, Fist and Bestial Wail (1960)
  • Longshot Pomes for Broke Players (1962)
  • Run with the Hunted (1962)
  • It Catches My Heart in Its Hand (1963)
  • Grip the walls (1964)
  • Cold Dogs in the Courtyard (1965)
  • Confessions of a Man Insane Enough to Live with Beasts (1965)
  • Crucifix in a Deathhand (1965)
  • All the Assholes in the World and Mine (1966)
  • The Genius of the Crowd (1966)
  • Night’s work (1966)
  • At Terror Street and Agony Way (1968)
  • Poems Written Before Jumping out of an 8 Story Window (1968)
  • A Bukowski Sampler (1969)
  • Days Run Away Like Wild Horses Over the Hills (1969)
  • If we take (1969)
  • Notes of a Dirty Old Man (1969) —
  • (Σημειώσεις ενός Πορνόγερου Ι και ΙΙ)
  • Another Academy (1970)
  • Fire Station (1970)
  • Post Office (1971) —
  • (Το Ταχυδρομείο)
  • Erections, Ejaculations, Exhibitions and General Tales of Ordinary Madness (1972) — (Ερωτικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλας)
  • Me and your sometimes love poems (1972)
  • Mockingbird, Wish Me Luck (1972)
  • South of No North (1973) — (Ιστορίες μιας Θαμμένης Ζωής)
  • Burning in Water Drowning in Flame: Selected Poems 1955-1973 (1974)
  • 55 beds in the same direction (1974)
  • Factotum (1975) — (Άνθρωπος για Όλες τις Δουλειές)
  • The Last Poem & Tough Company (1976)
  • Scarlet (1976)
  • Art (1977)
  • Love is a Dog from Hell (1977)
  • Legs, Hips and Behind (1978)
  • Women (1978) — (Γυναίκες)
  • You Kissed Lilly (1978)
  • A Love Poem (1979)
  • Play the Piano Drunk Like a Percussion Instrument Until the Fingers Begin to Bleed a Bit (1979)
  • Shakespeare Never Did This (1979)
  • Dangling in the Tournefortia (1981)
  • Ham on Rye (1982) — (Τοστ Ζαμπόν)
  • Horsemeat (1982)
  • The Last Generation (1982)
  • Bring Me Your Love (illustrated by Robert Crumb) (1983)
  • The Bukowski/Purdy Letters (1983)
  • Hot Water Music (1983) — (Πόλη των Αγγέλων) και (Βρώμικος Κόσμος)
  • Sparks (1983)
  • Going Modern (1984)
  • Horses Don’t Bet on People and Neither Do I (1984)
  • One For The Old Boy (1984)
  • There’s No Business (illustrated by Robert Crumb) (1984)
  • War All the Time: Poems 1981-1984 (1984)
  • Alone In A Time Of Armies (1985)
  • The Day it Snowed in L.A. (1986)
  • Gold In Your Eye (1986)
  • Relentless As The Tarantula (1986)
  • The Wedding (1986)
  • You Get So Alone at Times It Just Makes Sense (1986)
  • Luck (1987)
  • The Movie “Barfly” (1987)
  • Beauti-Ful (1988)
  • The Movie Critics (1988)
  • Roominghouse Madrigals: Early Selected Poems 1946-1966 (1988)
  • Hollywood (1989) — (Ηollywood)
  • If You Let Them Kill You They Will (1989)
  • Red (1989)
  • We Ain’t Got No Money Honey (1989)
  • Darkness & Ice (1990)
  • Not Quite Bernadette (1990)
  • Septuagenarian Stew: Stories and Poems (1990)
  • This (1990)
  • In The Morning And At Night (1991)
  • In The Shadow Of The Rose (1991)
  • People Poems (1991)
  • Last Night of the Earth Poems (1992)
  • Now (1992)
  • Three Poems (1992)
  • Between The Earthquake (1993)
  • Run with the Hunted: A Charles Bukowski Reader (1993)
  • Screams from the Balcony: Selected Letters 1960-1970 (1993)
  • Those Marvelous Lunches (1993)
  • Pulp (1994) — (Αστυνομικό)
  • Confession Of A Coward (1995)
  • Heat Wave (1995)
  • Living on Luck: Selected Letters 1960s-1970s, Volume 2 (1995)
  • Shakespeare Never Did This (augmented edition) (1995)
  • Betting on the Muse: Poems & Stories (1996)
  • The Laughing Heart (1996)
  • Bone Palace Ballet (1997)
  • A New War (1997)
  • The Captain Is Out to Lunch and the Sailors Have Taken Over the Ship (1998)
  • To Lean Back Into It (1998)
  • Reach for the Sun: Selected Letters 1978-1994, Volume 3 (1999)
  • The Singer (1999)
  • What Matters Most Is How Well You Walk Through the Fire (1999)
  • Open All Night (2000)
  • Popcorn In The Dark (2000)
  • Beerspit Night and Cursing: The Correspondence of Charles Bukowski and Sheri Martinelli 1960-1967 (2001)
  • The night torn mad with footsteps (2001)
  • Pink Silks (2001)
  • The Simple Truth (2002)
  • Sifting Through The Madness for the Word, The Line, The Way: New Poems (2003) — (Να Περιφέρεσαι στην Τρέλα)
  • as Buddha smiles (2004)
  • The Flash of Lightning Behind the Mountain: New Poems (2004) —
  • (Η Λάμψη της Αστραπής Πίσω από το Βουνό)
  • Slouching Toward Nirvana (2005)
  • Come On In!: New Poems (2006)

Στα Ελληνικά κυκλοφορούν επίσης και ποιητικές συλλογές με επιλεγμένα ποιήματα από διάφορες ποιητικές συλλογές του Τσαρλς Μπουκόφσκι, με τίτλους

  • Η Αγάπη Είναι Ένας Σκύλος από την Κόλαση
  • Αγωνίας και Τρόμου Γωνία
  • Υπεραστικό Μεθύσι

bukowski003.jpg

Jacques Prévert

Οκτωβρίου 5, 2007 - Leave a Response

prevert.gif

ΠΡΩΙΝΟ ΓΕΥΜΑ

Έβαλε τον καφέ
Στο φλιτζάνι
Έβαλε το γάλα
Στο φλιτζάνι με τον καφέ
Έβαλε τη ζάχαρη
Στον καφέ με το γάλα
Με το κουταλάκι
Γύρισε
Ήπιε τον καφέ με το γάλα
Και ξανάφησε το φλιτζάνι
Χωρίς να μου μιλήσει
Άναψε
Ένα τσιγάρο
Έκανε δαχτυλίδια
Με τον καπνό
Έβαλε τις στάχτες
Στο τασάκι
Χωρίς να μου μιλήσει
Χωρίς να με κοιτάξει
Σηκώθηκε
Έβαλε
Το καπέλο του στο κεφάλι του
Έβαλε
Το αδιάβροχό του
Γιατί έβρεχε
Κι έφυγε
Μέσα στη βροχή
Χωρίς μια κουβέντα
Χωρίς να με κοιτάξει
Και ’γω πήρα
Το κεφάλι μου μέσα στα χέρια
Κι έκλαψα.٭

prevert01.jpg
ΚΙΝΟΥΜΕΝΗ ΑΜΜΟΣ

Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Η θάλασσα αποτραβήχτηκε ήδη μακριά
Κι εσύ
Σαν ένα φύκι απαλά χαϊδεμένο απ’ τον άνεμο
Στην άμμο του κρεβατιού δε βρίσκεις ησυχία καθώς ονειρεύεσαι
Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Η θάλασσα αποτραβήχτηκε ήδη μακριά
Αλλά μέσα στα μισόκλειστά σου μάτια
Έμειναν δυο μικρά κύματα
Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Δυο μικρά κύματα για να με πνίξουν.

 ٭c_jprevert.jpg

 

ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ

Λευκά σεντόνια μέσα σε μια ντουλάπα
Κόκκινα σεντόνια πάνω σ’ ένα κρεβάτι
Ένα παιδί μέσα στη μάνα του
Η μάνα του μέσα στις ωδίνες
Ο πατέρας μέσα στο διάδρομο
Ο διάδρομος μέσα στο σπίτι
Το σπίτι μέσα στην πόλη
Η πόλη μέσα στη νύχτα
Ο θάνατος μέσα σε μια κραυγή
Και το παιδί μέσα στη ζωή.

٭
jc061.jpg
 

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ

Η πόρτα που κάποιος άνοιξε
Η πόρτα που κάποιος ξανάκλεισε
Η καρέκλα που κάποιος κάθισε
Ο γάτος που κάποιος χάιδεψε
Το φρούτο που κάποιος δάγκωσε
Το γράμμα που κάποιος διάβασε
Η καρέκλα που κάποιος έριξε
Η πόρτα που κάποιος άνοιξε
Ο δρόμος που κάποιος ακόμα τρέχει
Το δάσος που κάποιος διασχίζει
Το ποτάμι που κάποιος ρίχνεται
Το νοσοκομείο που κάποιος πέθανε.

٭
prevertsepia2_001_3.jpg
 

PARIS AT NIGHT

Τρία σπίρτα αναμμένα ένα ένα μέσα στη νύχτα
Το πρώτο για να δω ολόκληρο το πρόσωπό σου
Το δεύτερο για να δω τα μάτια σου
Το τρίτο για να δω το στόμα σου
Κι ολόκληρη η σκοτεινιά για να μου θυμίζει όλο αυτό
Σφίγγοντάς σε στην αγκαλιά μου.

٭

ΜΠΑΡΜΠΑΡΑ

Θυμήσου Μπαρμπαρά
Έβρεχε χωρίς σταματημό στη Βρέστη εκείνη την ημέρα
Και περπατούσες χαμογελαστή
Χαρούμενη ευτυχισμένη μουσκεμένη
Μέσα στη βροχή
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Έβρεχε χωρίς σταματημό στη Βρέστη
Και σε συνάντησα στην οδό Σιάμ
Χαμογελούσες
Κι εγώ χαμογελούσα
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Εσένα που δεν σε ήξερα
Εσύ που δεν με ήξερες
Θυμήσου
Θυμήσου εκείνη την ημέρα
Μην ξεχνάς
Ένας άντρας προφυλαγόταν κάτω από ένα πρόθυρο
Και φώναξε το όνομά σου
Μπαρμπαρά
Κι έτρεξες προς το μέρος του μέσα στη βροχή
Μουσκεμένη ευτυχισμένη χαρούμενη
Και ρίχτηκες στην αγκαλιά του
Θυμήσου τό Μπαρμπαρά
Και μη μου θυμώνεις αν σου μιλάω στον ενικό
Μιλάω στον ενικό σε όλους όσους αγαπώ
Ακόμα κι αν δεν τους έχω δει παρά μια μόνη φορά
Μιλάω στον ενικό σε όλους όσους αγαπιούνται
Ακόμα κι αν δεν τους ξέρω
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Μην ξεχνάς
Αυτήν την ήρεμη κι ευτυχισμένη βροχή
Πάνω στο ευτυχισμένο πρόσωπό σου
Πάνω σ’ αυτήν την ευτυχισμένη πόλη
Αυτήν τη βροχή πάνω στη θάλασσα
Πάνω απ’ τον ναύσταθμο
Πάνω απ’ το πλοίο τ’ Ουεσάν[1]
Ω Μπαρμπαρά
Τι σαχλαμάρα ο πόλεμος
Τι απέγινες τώρα
Μέσα σ’ αυτή τη βροχή σίδερου
Φωτιάς ατσαλιού και αίματος
Κι αυτός που σ’ έσφιγγε στην αγκαλιά του
Ερωτευμένα
Μήπως είναι νεκρός εξαφανισμένος ή ακόμα ακόμα ζωντανός
Ω Μπαρμπαρά
Βρέχει χωρίς σταματημό στη Βρέστη
Όπως έβρεχε πριν
Αλλά δεν είναι το ίδιο κι όλα καταστράφηκαν
Είναι μια πένθιμη βροχή τρομερή και λυπητερή
Δεν είναι πια η καταιγίδα
Φωτιάς ατσαλιού αίματος
Απλών νεφελωμάτων
Που ψοφάνε σαν τα σκυλιά
Σκυλιά που εξαφανίζονται
Στα νερά της Βρέστης
Και πάνε να σαπίσουν μακριά
Μακριά πολύ μακριά απ΄ τη Βρέστη
Που απ’ αυτήν δεν μένει πια τίποτα.

[1] Ουεσάν, βραχώδης νήσος βορειοδυτικά της Βρέστης, το δυτικότερο σημείο της Γαλλίας. Εκεί κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξε ναύσταθμος, όπου τα γερμανικά στρατεύματα κατασκεύαζαν τα πλοία τους.

pl015jacques-prevert-paris-1955-posters.jpg

ΠΛΑΤΕΙΑ ΚΑΡΟΥΖΕΛ

Πλατεία Καρουζέλ
προς το τέλος μιας ωραίας καλοκαιρινής ημέρας
το αίμα ενός αλόγου
χτυπημένου και ξεζεμένου
έτρεχε
στο πλακόστρωτο
Και το άλογο ήταν εκεί
όρθιο
ακίνητο
στα τρία πόδια
Και το άλλο πόδι πληγωμένο
πληγωμένο και ξεριζωμένο
κρεμόταν
Δίπλα ακριβώς
όρθιος
ακίνητος
βρισκόταν ο αμαξάς
και μετά το αμάξι επίσης ακίνητο
άχρηστο όπως ένα σπασμένο ρολόι
Και το άλογο σώπαινε
το άλογο δεν παραπονιόταν
το άλογο δεν χλιμίντριζε
ήταν εκεί
περίμενε
κι ήταν τόσο όμορφο τόσο θλιμμένο τόσο απλό
και τόσο λογικό
που δεν ήταν δυνατόν να συγκρατήσει τα δάκρυά του

Ω
χαμένοι κήποι
ξεχασμένες κρήνες
ηλιόλουστα λιβάδια
ω πόνε
λαμπρότητα και μυστήριο της εναντιότητας
αίμα και φέγγη
χτυπημένη ομορφιά
Αδελφοσύνη.

 izis_jacques_prevert_1949_1180265005.jpg

Η ΩΡΑΙΑ ΕΠΟΧΗ

Νηστική χαμένη παγωμένη
Ολομόναχη άφραγκη
Μια κοπέλα δεκάξι χρόνων
Ακίνητη όρθια
Πλατεία Ομονοίας
Μεσημέρι Δεκαπενταύγουστου.

٭

ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ

Πήγα στην αγορά με τα πουλιά
Κι αγόρασα πουλιά
Για σένα
αγάπη μου
Πήγα στην αγορά με τα λουλούδια
Κι αγόρασα λουλούδια
Για σένα
αγάπη μου
Πήγα στην αγορά με τα σιδερικά
Κι αγόρασα αλυσίδες
Βαριές αλυσίδες
Για σένα
αγάπη μου
Και μετά πήγα στην αγορά με τους σκλάβους
Και σ’ έψαξα
Αλλά δε σε βρήκα
αγάπη μου

٭

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ

Η μητέρα πλέκει
Ο γιος πολεμά
Το βρίσκει πολύ φυσικό η μητέρα
Και ο πατέρας τι κάνει ο πατέρας;
Κάνει επιχειρήσεις
Η γυναίκα του πλέκει
Ο γιος του πολεμά
Αυτός επιχειρήσεις
Το βρίσκει πολύ φυσικό ο πατέρας
Και ο γιος και ο γιος
Τι βρίσκει ο γιος;
Δε βρίσκει τίποτα απολύτως τίποτα ο γιος
Ο γιος η μητέρα του πλέκει ο πατέρας του επιχειρήσεις αυτός πόλεμο
Όταν θα έχει τελειώσει ο πόλεμος
Θα κάνει επιχειρήσεις με τον πατέρα του
Ο πόλεμος συνεχίζεται η μητέρα συνεχίζει πλέκει
Ο πατέρας συνεχίζει κάνει επιχειρήσεις
Ο γιος σκοτώθηκε δε συνεχίζει πια
Ο πατέρας και η μητέρα πηγαίνουν στο νεκροταφείο
Το βρίσκουν πολύ φυσικό ο πατέρας και η μητέρα
Η ζωή συνεχίζεται η ζωή με το πλεκτό τον πόλεμο τις επιχειρήσεις
Οι επιχειρήσεις ο πόλεμος το πλεκτό ο πόλεμος
Οι επιχειρήσεις οι επιχειρήσεις και οι επιχειρήσεις
Η ζωή με το νεκροταφείο.
murprevert_1176069164.jpg

Ο Γάλλος ποιητής και σεναριογράφος Ζακ Πρεβέρ (Jacques Prévert) γεννήθηκε στο Νεϊγύ-συρ-Σεν το 1900 και πέθανε στην Ομονβίλ-λα-Πτιτ το 1977. Κατά την περίοδο 1925-1929 εισχωρεί στον υπερρεαλιστικό κύκλο, αναπτύσσοντας φιλία με τους υπερρεαλιστές Αντρέ Μπρετόν, Λουί Αραγκόν, Ρομπέρ Ντεσνός και Υβ Τανγκύ. Από τον υπερρεαλισμό ο Πρεβέρ θα κρατήσει μόνο τα στοιχεία εκείνα, που σε συνδυασμό με τη ρομαντική του διάθεση, θα του επιτρέψουν να σκιαγραφήσει τον ποιητικό ρεαλισμό της εποχής του, προσπαθώντας συγχρόνως να ανανεώσει την προφορική λαϊκή ποίηση της Γαλλίας. Την περίοδο 1932-1936 συνεργάστηκε στα θεατρικά δρώμενα μιας ομάδας πολιτικά στρατευμένων συγγραφέων, ονομαζόμενης «Οκτώβρης». Ακολούθως έγραψε σενάρια και διαλόγους για γνωστές ταινίες του γαλλικού κινηματογράφου, όπως Το έγκλημα του κυρίου Λανζ (Le crime de M. Lange, 1935) του Ζαν Ρενουάρ, Γελοίο δράμα (Drôle de drame, 1937), Το λιμάνι των αποκλήρων (Quai des brumes, 1938), Ξημερώνει (Le jour se lève, 1939), Οι επισκέπτες της νύχτας (Les visiteurs du soir, 1942), Τα παιδιά του Παραδείσου (Les enfants du paradis, 1944) και Οι πόρτες της νύχτας (Les portes de la nuit, 1946) του Μαρσέλ Καρνέ. Το 1946 κυκλοφορούν δύο ποιητικές συλλογές του, πρώτα οι Κουβέντες (Paroles) και στη συνέχεια οι Ιστορίες (Histoires). Ακολουθούν οι συλλογές Θέαμα (Spectacle, 1951), Μεγάλος χορός της Άνοιξης (Grand bal du printemps, 1951), Η βροχή και οι καλοκαιρία (La pluie et le beau temps, 1955), Κυκεώνας (Fatras, 1966, εικονογραφημένη με κολάζ του ίδιου του Πρεβέρ), Ιστορίες και άλλες ιστορίες (Histoires et d’autres histoires, 1963), Πράγματα και άλλα (Choses et autres, 1972), Εβδομαδιαία (Hebdomadaires, 1972) και Νυχτερινός ήλιος (Soleil de nuit, 1980, μετά θάνατον). Παράλληλα, πολλά ποιήματα του Πρεβέρ, όπως η «Μπαρμπαρά», μελοποιήθηκαν από τον συνθέτη Ζοζέφ Κοσμά, ερμηνεύτηκαν από γνωστούς καλλιτέχνες, όπως ο Υβ Μοντάν και η Ζυλιέτ Γκρεκό και αγαπήθηκαν από το διεθνές κοινό.

Η ποίηση του Ζακ Πρεβέρ διαμορφώνεται από την μποέμικη, άθεη, αντικληρικαλιστική και αναρχική στάση του για τη ζωή, καθώς επίσης και από το πηγαίο χιούμορ, την έντονη ειρωνεία και τον ανθρωπισμό του. Στα ποιήματά του ο Πρεβέρ καταδικάζει τον πόλεμο, την υποκρισία και την εκμετάλλευση. Ταυτόχρονα όμως, γίνεται τροβαδούρος του έρωτα, υμνεί την ειρήνη και συντάσσεται με τους απλούς λαϊκούς ανθρώπους. Ο παράγοντας που χαρακτηρίζει περισσότερο τα ποιήματά του είναι η καθημερινή ζωή, κάτι που υπογραμμίζεται και από τους ενδεικτικά καθημερινούς τίτλους των συλλογών του: Κουβέντες, Ιστορίες, Πράγματα και άλλα. Γι’ αυτό και η ποίηση του Πρεβέρ αποτελεί ύμνο στην καθημερινότητα που εκτυλίσσεται πότε σε μια πλατεία («Η Ωραία Εποχή», «Πλατεία Καρουζέλ») ή στον δρόμο («Μπαρμπαρά») και πότε σε ένα σπίτι μέσα στην μεγάλη πόλη («Πρώτη Μέρα»), στο νοσοκομείο («Το Μήνυμα») ή στο κοιμητήριο («Οικογενειακό»). Το γεγονός, όμως, ότι η ποίησή του είναι ποίηση της καθημερινότητας δε σημαίνει ότι πρόκειται για μια γραφή απλοϊκή. Αντιθέτως, η ανάλυση των ποιημάτων του Πρεβέρ αναδεικνύει πλούσια στιλιστική οργάνωση που έγκειται στα λογοπαίγνια, στις γρήγορα εναλλασσόμενες οπτικοακουστικές εικόνες, στις συνεχείς επαναλήψεις και στην έλλειψη σημείων στίξης. Στην αυτόματη γραφή του Πρεβέρ, η έντονη εικονοκλασία εκφράζεται με μεθόδους κινηματογραφικής φύσεως, όπως το φλας μπακ, ενώ ο πεζός λόγος μπερδεύεται μέσα στον ποιητικό και ο ελεύθερος στίχος εναλλάσσεται με τον ομοιοκατάληκτο.
Τα παραπάνω ποιήματα  είναι όλα από την ποιητική συλλογή Κουβέντες (Paroles, εκδ. 1946) και δεν ανήκουν στα θυμωμένα αναρχικά ποιήματα του Πρεβέρ ούτε έχουν πολεμική διάθεση. Τουναντίον, καταγγέλλουν την αδικία με τρυφερότητα («Για Σένα αγάπη μου»), χαιρετίζουν τους εφήβους («Η Ωραία Εποχή»), τα παιδιά («Πρώτη Μέρα») και τους ερωτευμένους («Κινούμενες Άμμοι», «Μπαρμπαρά»), συμπαραστέκονται στους πληγωμένους («Πρωινό Γεύμα», «Η Ωραία Εποχή») και τραγουδούν την αγάπη («Paris at Night») και την ειρήνη («Οικογενειακό», «Μπαρμπαρά»).

prevert32.jpg

 ΠΟΛΕΜΟΣ

Ξεριζώνετε
Ανόητοι
Ξεριζώνετε
Όλα τα νέα δέντρα με το παλιό τσεκούρι
Τα ξεριζώνετε
Ανόητοι
Ξεριζώνετε
Και τα γέρικα δέντρα με τις γέρικες ρίζες
Με τις γέρικες μασέλες τους
Τα προστατεύετε
Κρεμάτε και ταμπέλα
Δέντρα του Καλού και του Κακού
Δέντρα της Νίκης
Δέντρα της Ελευθερίας
Και το δάσος έρημο βρομάει ξύλο παλιό και ρημαγμένο
Και φεύγουν τα πουλιά
Κι εσείς μένετε εκεί και τραγουδάτε
Μένετε εκεί
Ανόητοι
Μες στα τραγούδια και τις παρελάσεις σας.

Ζακ Πρεβέρ

Θωμάς Γκόρπας

Σεπτεμβρίου 28, 2007 - Leave a Response

gkorpas.jpg

Θωμάς Γκόρπας, Τα Ποιήματα, Κέδρος 2006

 

 

Το πατάρι

Στον Τέο Σαλαπασίδη

Ο Λουμίδης τω καρώ εκείνω ήταν ένας μόντζος. Εκεί καθόμαστε πρωιά μεσημέρια βράδια και χαζέυαμει ήλιους και φεγγάρια μέσα απ’ τα τζάμια του και τα μελλοντικά τραγούδια μέσα απ τα σπλάχνα μας. Χαμηλοτάβανο σκοτεινό βρόμικο πατάρι ραϊσμένα μάρμαρα ταπεζιών μαδημένες καρέκλες ξεκοιλιασμένοι καναπέδες απαίσιο ντεκόρ και μόνο ο Τάκης χαμογελούσε. Χαμογελούσε για όλους μας μας πίστωνε μας έφερνε στη ζούλα και καμιά σοκολάτα κανένα μπισκότο.

Αλήθεια τι απόγιναν όλοι εκείνοι οι άνθρωποι; πως απεστατεύθη ο θρυλικός ιερός λόχος των ωραίων καταραμένων; Μαλλιά χαίτες μαύρες μπλούζες πανταλόνια φανέλα γρι ή μαύρη μαύρα ή καφέ μοκασέν κάλτσες γκρι γκρενά ή μαύρες λετιασμένα γοητευτικά τρενς κοτ… Οι ποιηταί και οι ζωγράφοι. Οι περισσότεροι κάτι έπαθαν λίγο πριν τα τριάντα λίγο πριν τα σαράντα. Ό, τι παθαίνουν τόσοι και τόσοι με το χωριό τους με το ξενύχτι με το φόβο της ζωής που το λένε φόβο του θανάτου με τα ποιήματα με το μαρξισμό – με την επανάσταση. Το πατάρι ήταν δικό μας κι όλα τα άλλα στην Αθήνα ξένα. Κι απ’ τους παλιούς μόνο ένας Βάρναλης ή ένας Εμπειρίκος άντεχαν ν’ ανεβαίνουν κάπου κάπου.

Περνούσαν τα χρόνια λιγόστευαν οι φωνές θόλωναν τα μάτια το Πατάρι και ο Τάκης του δεν πάθαιναν τίποτε. Άλλοι παντρεύονταν βλαχοπούλες άλλοι χάνονταν στα πέρατα άλλοι στις νευρολογικές κλινικές άλλοι επέστρεφαν στο κόμμα άλλοι άρχιζαν ν’ ασχολούνται με αμερικάνικες δουλειές άλλοι άρχιζαν να συχνάζουν στου κ. Ελύτη και στου κ. Ρίτσου άλλοι το γύριζαν στο πεζό άλλοι στο καλαματιανό άλλοι πήγαιναν να φάνε μαζί με το κ. Θεοδωράκη άλλοι πήγαιναν στο συσσίτιο της Χρήστου Λαδά άλλοι το’ ριχναν στο πιοτό άλλοι έπεφταν στα σκατά κι άλλοι την κοπάναγαν στα Παρίσια για σπουδές τάχα.

Ο προφήτης από δεύτερο χέρι Μιχάλης Κατσαρός όταν το ποίημα για τους για τους χαμένους ήταν κι αυτός ένας χαμένος ήδη.

Μετά τις φωτιές του 1965 μερικοί που απεδείχθησαν ατάλαντοι ή εξ επαγγέλματος πεινασμένοι και καλλοί με όλους άρχισαν να βάζουν χέρι και στο θρύλο του Παταριού. Κι όταν έφεξε η 21 Απριλίου για πρώην και νυν αριστερούς το Πατάρι του Λουμίδη ήταν προ πολλού ένα ακόμα κωλάδικο ένα ακόμα πουτανάδικο κι ο Τάκης τους είχε πάψει να πιστεύει να πιστώνει να φέρνει να χαμογελάει.

Που λέτε παιδιά ήταν μεγάλη υπόθεση τότε να φωτογραφίζεσαι με στο ομαδικό χνότο ωραίος μεγαλειώδης πεινασμένος πικρός – όχι πικραμένος – καταραμένος καταραμένος καταραμένος. Έξω απ’’ τα μαντριά μακριά απ΄τις γλυκές της εποχής μαθαίνουμε τη μοναξιά της επιστροφής εμείς είκοσι τριάντα ένδοξοι καταναλωταί μακεδονικών τσιγάρων και καφέ εσπρέσο.

Εγώ που ήμουνα ο πιο νέος και ο πιο χωριάτης απεδείχθη πως ήμουνα το πιο γέρο κόκαλο το πιο βαθύ μάτι. Ανάμεσα στο Μεσολόγγι των ιερών κοκάλων και του Παλαμά και στο Μεσολόγγι της ατελείωτης βροχής και των καημών είχα διαλέξει το δεύτερο. Ήμουν και λίγο πονηρός μίλαγα τελευταίος ή δεν μίλαγα καθόλου. Έτσι μπορώ σήμερα να θυμάμαι την αγαπημένη Σταδίου το Βυζάντιον του Μπάμπη και των εργατικών της αυγής τα πλακιώτικα κουτούκια τα κολωνακιώτικα καρβουνιάρικα τα διανυκερεύοντα της Ομόνοιας πανσελήνους επί της Ακροπόλεως κατουρήματα επί της Πλατείας Συντάγματος ολίγα μακαρόνια με σάλτσα και ένα ψωμί γωνιά ένα πακέτο Κιρέτσιλερ για όλη την παρέα αναμνήσεις ξερονησιών για όλη την παρέακαι τον Τέο Σαλαπασίδη τον καλύτερο όλων μας.

Θυμάμαι χωρίς να κατεβάζω τα μάτια χωρίς να μπερδεύω τα πράγματα. Εσύ Μεγάλη Μικρά μπορείς να χαμογελάς και να σκέφτεσαι τα δικά σου εγώ πάντως τώρα είμαι πάλι δεκαεννιά είκοσι και είκοσι πέντε χρονώ πάλι ονειρεύομαι τα ίδια και τα ίδια μόνο που έχω σταματήσει νισάφι να κουβαλάω νερό…

Χολερικά ανθρωπάκια στερημένα και λειψά πρώην σύντροφοί μου στη δίψα και στην πείνα στα όνειρα και στα φαρμάκια φαίνεται πως πριν είκοσι και πριν δέκα χρόνια επένδυαν σε ζωγραφιές και ποιήματα μιλώντας για τη ζωή και για το θάνατο για τη φιλία και για τον έρωτα για… και για… στη δική μου ποίηση δεν υπάρχει ούτε ένα για.. μέσα της έβαζα και βάζω όλα αυτά που οι άλλοι λένε χωρίς να το πιστεύουν ότι δεν μπαίνουν μέσα.

Η Ποίηση περ’ απ’ τα βιβλία και τις εποχές περ’ απ’ τους γαμπρίζοντες και τα βεγγαλικά μέρα μεσημέρι όπως όλα αυτού του Κόσμου κοιτάει πίσω για να βλέπει μπροστά. Και τα πατάρια και οι λεγόμενοι φιλολογικοί καφενέδες γίνονται το σπίτι των ποιητών κάποτε και το ταμπούρι της ελευθερίας κι όποιος το ρίξει πέφτει και τον πλακώνει.

Τα κόκαλα του θρύλου της παρέας μου τώρα τα γλείφουν σκυλιά και κοπρόσκυλα. Που λέτε παιδιά τα ράσα δεν κάνουν το παπά ο παπάς κάνει τα ράσα. Θυμάμαι πως λειτούργησα πριν τυπώσω στίχους μου. Τώρα μερικοί δεν ξέρουν που να με βάλουν άλλοι με ανακαλύπτουν με μαύρη ευχαρίστηση άλλοι με τρόμο άλλοι λένε πως και τότε μ’ αγαπούσαν άλλοι πως και τώρα μ’ αγαπάνε και ας μην τους αγαπάω εγώ πια άλλοι που το ‘ κοψαν το γράψιμο με ρωτούν αν γράφω ακόμα άλλοι που το ξανάρχισαν αποκαταστημένοι στην κοινωνία με ρωτάν γιατί δεν τυπώνω τα’ αριστουργήματά μου κι αυτοί που έκοψαν και το γράψιμο και τη γλώσσα τους και το πουλί τους Δε μου λένε τίποτε με νοήματα τα θέλουν πάλι.

Στο Λουμίδη τω καιρώ εκείνω δεν ονειρευόμασταν τίποτε για τον εαυτό μας. Τω καιρώ εκείνω που να φανταζόμαστε πως η Αθήνα μας θα γέμιζε κωλάδικα σκατοβραβεία συνταξιούχους ποιητάς του Δημοσίου και δηλωμένους ποιητάς κ’ αιτούντας. .. αν όντως θάβω ζωγράφους ποιητές και φίλους μου καθώς λένε καμπόσοι αποτυχημένοι ζωγράφοι ποιητές και φίλοι μου φαίνεται πως υπάρχουν πεθαμένοι
Και
Σκατά στο λάκκο τους.

 

                                                                                                                   Αθήνα 1972

 

 

 

 

ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΚΤΙΟΣ ΑΓΩΝ

 

 

Μπαρ Ω Ρεβουάρ μπαρ Μπαρίν μπαρ Μουν Σουάρ μπαρ Τετ α Τετ μπαρ μπαρ μπαρ αλονύχτια ψιλή βροχή ταξί γνωστοί ουίσκυ κ’ εγγλέζικα τσιγάρα.

Ήμαστε τρείς ο ένας κατετρύχετο απ΄την ιδέα ότι ξημερώνοντας έπρεπε να καταλήξουμε σπίτι του να βρει κάτι στίχους του Μαγιακόφσκυ που τους αγαπάει πολύνα μας τους διαβάσει ενώ θα πίνουμε το τελευταίο μας ουίσκυ μας αλλά φευ δεν θκμάται που τους έχει και τους έχει ξέχασει κι αυτό του τη δίνει σχεδόν κλαίει δεν αντέχι να ξημερωθεί παρά στο δρόμο…

Τα μαγαζιά έχουν αλλάξει κ’ η παρέα ακόμα κ’ η μεταμεσονύχτια ψιλή βροχή της Αθήνας είναι διαφορετική…

Εμείς ήμαστε στο μπαρ το μπαρ το πηγαίνουμε όπου θέλαμε στα χωριά της νιότης μας σε πλατεία καλοκαιρινή σε ακροθαλασσιά σε δρόμο εξοχικό σε προαύλιο εξωκκλησιού στο κάστρο κάτω από τσίγκο παλαιού παντοπωλείου ενώ βρέχει.
Κάθε τόσο ερχόνταν κύματα κύματα τσάι του βουνού φλισκούνι και ρίγανη σύκα καρύδια μύγδαλα ψωμί και τυρί κρασί και τσιγάρα Χυμόπουλος.
Άγνωστον αν τα λουλούδια του άλγους που παίζουν το γύρω γύρω όλοι με τα μαλλιά μας έρχονταν από ‘ να βαθύ σιωπηλό παρελθόν ή από ένα μεθυσμένο φωωνακλάδικο μέλλον…

Καιρός να ξαναγίνουμε χωρικοί έλεγε και ξανάλεγε ο ένας. Να τα μαζέψουμε κάποτε και να πάμε πάλι στο χωριό μας… άλλαξε κοπέλα μου την μουσική μη μου τη δίνεις και εσύ νυχτιάτικα άλλαξε ταμπλώ. Όλα τα τραγούδια σου λένε για θάλασσα πουλιά και δέντρα δάκρυα κι αγάπες φιλιά και της μάνας τους το κέρατο άλλαξε σε παρακαλώ κοριτσάκι μου ταμπλώ Δε μας βλέπεις που είμαστε χτισμένοι με τσιγάρα πιοτά και καφέδες και της Παναγιάς τα μάτια…
Λοιπόν ήταν μια που την είχε πατήσει είπε ο δεύτερος. Εγώ σ’ αγαπώ μου έλεγε δεν είμαι σαν τις άλλες που γνώρισες και σε κατέστρεψαν! Σ’ αγαπάω και θα σ’ αλλάξω! Θα σε κάνω άλλον άνθρωπο! Θα σου μετριάσω το τσιγάρο θα σου μετριάσω το πιοτό θα σου μετριάσω τους καφέδες. Θα σου δένω την γραβάτα σου πουλάκι μου! Θα σου αγοράζω βιβλία ωραία βιβλία αισιόδοξα όχι αυτά τα μαύρα και άραχλα που διαβάζεις… Θ’ ακούμε μουσική… Θα σου γνωρίσω και τα’ άλλα παιδιά θα πηγαίνουμε όλοι μαζί. Εγώ σ’ αγαπώ αγάπη μου και θα…
Θα… θα… θα… όταν ξανασυνάντησα τη Θα δυό χρόνια μετά το τραγικό τέλος του αισιόδοξου ειδυλλίου μας ήταν παντρεμένη μ’ έναν εφοριακό. Βλέπω που λέτε μια κύρια Θα θλιμμένη να πίνει και να καπνίζει και να φυσάει τον καπνό… Ήταν «βιαστική» θλιμμένη και ωραιότερη όσο ποτέ και μου μιλούσε «πληγωμένη» χαδιάρικα καταπίνοντας και μερικά δάκρύα… Δε φταιω εγώ εσύ φταις που δεν μ’ αγάπησες ούτε τοσοδά τότε πάντως Δε σου κρατάω κακία έτσι είναι η ζωή εσύ τραβούσες ένα δρόμο που δεν ήταν για μένα…. Αχ αχ αχ αχ να ‘ ξέρες τι τραβάω Θοδωρή μου…

Ξέρετε μάγκες είπε ο πρώτος. Ο Μαγιακόφσκυ δεν αυτοκτόνησε δεν αυτοκτόνησε ακριβώς δηλαδή… δεν … τελοσπάντων δεν είναι αυτή η κουβέντα γι’ αυτό το κωλοχανείο.
Ο δεύτερος έτρεξε να προλάβει ήταν βλέπετε ηθοποιός. Τον έχετε διαβάσει τον «Κοριό». Λοιπόν να βρούμε ένα υπόγειο μια μεγάλη υπόγα στα πέριξ της Πλάκας οι υπόγες είναι σχετικά φτηνές. Πενήντα θέσεις εκατό θέσεις Δε θέλουμε περισσότερες…
Θοδωρή κοφ’ το! Ανάβει ο πρώτος. Μόνο μες στα ουισκάδικα σου έρχονται οι καλές ιδέες για το θέατρο. Κοφ’ το γιατί θα κάνω εμετό!
Ο Θοδωρής το έκοψε κ’ εγώ τον ρώτησα. Την ξέρεις καλά την Έρση; Την Έρση; Ναι την ξέρω. Απ’ την καλύτερη στρόφα. Και σαν ηθοποιός και σαν άνθρωπος. Γι’ αυτό πεινάει…
Να πάει να πηδηχτεί για να μην πεινάει είπε ανόρεχτα ο πρώτος και σωπάσαμε κι’ οι τρεις. Ύστερα λέω: σαν πολύ καθίσαμε εδώ μέσα. Άρχισαν να μπαίνουν ψυγειάδες και μπακάληδες. ..
Να πάρουμε τηλέφωνο το Στρατή. Να πάρουμε πρώτα τηλέφωνο το Στρατή να τον χέσουμε και φεύγουμε είπε ο πρώτος. Πήρε πάλι βραβείο ο κόπανος… Α σιχτίρ! Εσύ Θωμά με το Στρατή μοιάζεις σε πολλά σου το έχω ξαναπεί. Εκείνος είναι βέβαια υποτονικός. Διαφορά ταμπεραμέντου. Χεσ’ τον τον πούστη δεν τον παίρνουμε πάμε να φύγουμε.

Ταξί! Ας το μου λεει ο πρώτος. Να το περπατήσουμε λιγάκι. Ρε κωλοκαλλιτέχνες Δε νοσταλγήσατε λιγάκι την αθηναϊκή βροχή; αν δεν έχετε καμιά ιδέα να σας πάω εγώ σ’ ένα καταπληκτικό μαγαζί αλλά εκεί μάγκες θα είμαστε σεμνοί είναι και λίγο πουτανάδικο.

 

 

 

 

ΑΠΟΦΟΙΤΟΙ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ
Μνήμη Γιώργη Ζάρκου

 

Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου
Εσύ που στο σχολείο σήκωνες το χέρι για να πεις
Όχι το μάθημα μα την αλήθεια
Σήκωνε πάντα αυτό το χέρι που το γέννησε
Της δικαιοσύνης ο καημός κ’ η σιγουριά του αύριο.

Νεολαίε με το χαρτί του γυμνάσιου
Τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν
Πάνω σε τραπέζια καφενείων
Καταχνιασμένων από την τσιγαρίλα
Και τις ανάσες πεινασμένων
Τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν
Πάνω σε μεγάλες πόρτες
Που Δε θ’ ανοίξουν ποτέ από μέσα.

Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου
Είσαι η φωτιά που ετοιμάζει η απελπισία
Και θα κάψει τις σημαίες των αρχόντων.
Και αν το ψωμί κ’ η γνώση ανταλλάσσονται
Με τα’ άλλο χαρτί που εσύ δεν έχεις
Μην αρνηθείς γι’ αυτό το ρόλο που σου ανάθεσε ο καιρός.
Οι μέρες μας κυλούν σαν χειμωνιάτικα ποτάμια
Στους δρόμους φέγγουν φαναράκια μίσους
Στους δρόμους αλαφιάζονται οι μικρές παρέες
Καθώς απ’ τις γωνιές οι μισθοφόροι
Με στιλέτα ξεμπουκάρουν και παγίδες.
Όμως τα δαγκωμένα λόγια ακολουθούν τραγούδια.

 

 

Η ΠΟΙΗΣΗ
Μνήμη Δημήτρη Χριστολούδου

 

Το χειρότερο και το καλύτερο στη ζωή ποιητή
Να χτίζεις για τους άλλους πύργους και παλάτια
Παίρνοντας πέτρα απ’ το νταμάρι της καρδιάς σου
Σκαμμένης απ’ τα χαμόγελα τα πάρε και τα δάκρυα
Παίρνοντας χρώμα και γυαλί απ’ την μεγάλη σου αγάπη
Που γίνεται βράδι πρωί κομμάτια….

Πατάρι

Ανάμεσα από καφέ εσπρέσο και ντουμάνια
Οι νέοι ποιητές σκαλίζουν στην καρδιά του κόσμου
Για φρέσκους δρόμους για φρέσκα λιμάνια
……………………………………………………………..

κάποτε τέλειωσε αυτή η ιστορία
κ’ οι ποιητές λιγόστεψαν αμάν πόσο λιγόστεψαν
τόσοι πουλάν στην αγορά όσο τα τελευταία τους ρετάλια
τόσοι αγοράζουν γιατρικά πανάκριβα για μια ποίηση ξεγραμμένη
πια
οι ποιητές λιγόστεψαν αμάν πόσο λιγόστεψαν
κ’ οι φίλοι…

 

 

 

ΚΑΙ ΠΕΡΑΝ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ
Μνήμη Σταμάτη Μαράντου

 

 

Στα χείλη των ερυθρών χαραδρών ανθούν λευκά λουλούδια
Στα δροσερά υπόγεια των καλοκαιριών αιχμαλωτίζονται
Καρδίες
Παιδιών η απελπισία ηχεί και πέραν της Ποιήσεως ακόμη
Και των ενδόξων Ρεμπέτικων Τραγουδιών.
Όσο και αν εκτιμήσουμε τη ματαιότητα
Όσο να εκποιήσουμε την τρυφερότητα
Μας πήραν σβάρνα τα χρόνια…
Μετράω τις τρύπες στο σκοτάδι
Φιλίες έρωτες απλήρωτες δουλειές
Απ’ όλν τούτο δοκιμάζω πυρετωδώς
Και το καινούριο μου χάδι…
Τόσοι τυχάρπαστοι καμπλεξαριμένοι
Απ’ τα καταπληκτικά μου πουκάμισα
Τα εξ’ ίσου καταπληκτικά μου λόγια
Και τα παραμύθια φίλων που μ’ αγάπησαν
Πέραν του δέοντος και πέραν της Ποιήσεώς μου
Είανι αδύνατον να με φανταστούν στα περασμένα χρόνια
Χαρμανιασμένο για τσιγάρο περισσότερο και από γυναίκα
Χαρμανιασμένο για γυναίκα περισσότερο κι από πρωτοφανή τοπία.
Εγώ τώρα πρέπει να είμαι ένας άλλος
Διάφορος σε πολλά του Θωμά παλαιοτέρων ημερών
Τώρα πρέπει να είμαι κάτι μεταξύ σοφού και αγρίας παρθένας
Τα δικά σου γυαλιά με τα οποία βλέπω κ’ εγώ καλά
Ένα αβασίλευτο ηλιοβασίλεμα…
Και βεβαίως η Ποίησις πια Δε με εκφράζει
Η Ποίησις σαν τη γυναίκα πιο πολύ σ’ αγάπησε κ’ εσύ
Τη διώχνεις Δε με εκφράζει καν η ελπίδα για την επόμενη μέρα
Ολόκληρος έχω γίνει ένα βάθος ένα χρώμα
Ένα κυρίαρχον χρώμα.

 

 

ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ ΠΑΛΑΙΩΝ ΦΙΛΩΝ
Μνήμη Νίκου Καρούζου

Ένας φίλος ήρθε απόψε από τα παλιά…
Πρόκειται περί αγάπης ή αναμνήσεως της αγάπης;
Παντού στην Αθήνα τραύματα νωχελικά
Μόνον η αδέσποτη νύχτα της μένει ακόμα δική μας
Σαν σκυλί σαν προδομένη αγάπη σαν διάχυτο λαϊκό τραγούδι
Γιομάτο ευγένεια.
Βέρα Βόδη μια αδάμαστη ακόμα γυναίκα ή ναυαγισμένη αδιάφορο
Στην άλλη μεριά ενός μεθυσμένου τηλεφώνου
Είναι γυμνή κ’ έχει στο σώμα της τόπους τόπους πληγές
Ή κρέμες νυκτός αδιάφορο αδιάφορο αδιάφορο
Γιατί τώρα αυτή τη στιγμή στην Πλατεία Κολωνακίου ώρα δύο
Μετά τα μεσάνυχτα
Εγώ και ο φίλος μου είμαστε δυό δίδυμες πηγές εξάρσεως
Ή δυό άνθη πεθαμένα στη γέννα τους
Ή δυό λαμπρά αυτοελεγχόμενα πέη
Οι πεθαμένοι φίλοι μας οι χαμένοι φίλοι μας οι καφέδες και τα
Τσιγάρα μας
Οι παπαγάλοι οι λεχρίτες οι σβηστοί.
Βέρα Βόδη ωραίο όνομα ποιητικό θαυμάσιες λέξεις όπως
Βραδινό αγέρι ανεμώνες μελαγχολική μουσική.
Πρέπει να βασανίζονται να ταπεινώνονται οι ωραίες λέξεις όπως
Βραδινό αγέρι ανεμώνες μελαγχολική μουσική.
Πρέπει να βασανίζονται να ταπεινώνονται οι ωραίες λέξεις
Όπως οι ωραίες γυναίκες μπας και αγαπηθούν στο τέλος.
Οι χασάπηδες της χαράς είναι σαν άγριοι σεμνοί βασιλιάδες
Όταν πέφτουν δάκρυα στο ποτήρι το κρασί βάφεται
Όταν πέφτουν τραγούδια ματώνει
Άλλα με τίποτε Δε νερώνει
Ούτε με Βέρες Βόδη ούτε με Χρίστους ούτε με γλυκές κάμαρες.
Οι σύγχρονες κάμερες είναι συντριπτικές των αναμνήσεων.
Θα πάρω ταξί θα πάρω τσιγάρα θα πάρω λαχεία θα πάρω το
Δρόμο του γυρισμού
Και θα τον πάρω ακριβώς γιατί κανένας Δε με περιμένει
Τι Προμηθέας τι τραγουδιστής τι πρώτη αγάπη το ίδιο κάνει.
Από ένα σημείο και πέρα σβήνουν α φώτα
Δεν έχει φώτα δεν έχει λιμάνια δεν έχει φαρμακεία γενικώς
Διανυκτερεύοντα έχει
Την αθέατη πλευρά του θανάτου που ξεδιπλώνεται ανοίγει λίγο
Λίγο και τα μάτια
Γίνονται τεράστια στα μπαλκόνια τους
Έρχονται τα ΄φύλλα της καρδιάς ν’ αγναντέψουν
Καπνίζοντας το τσιγάρο τους να ονειροπολήσουν
Τα πήρε ο ύπνος κ’ έγειραν
Για πάντα.
Πριν και μετά τη Βέρα Βόδη σκοτάδι
Πριν και μετά το σκοτάδι
Πριν και μετά τα’ άνθη του αίματος σκοτάδι
Και μόνο το τραγούδι καταργεί τα άκρα
Τα φάρμακα τις υπερβολικές δόσεις χαράς
Τα’ άσπρα σπιτάκια και τα πράσινα άλογα.
Υπάρχουμε ως ανοιχτές πληγές κόντρα στα καλά λόγια
Τα καλά παιδιά και τα καλά λάδια
Υπάρχουμε ως υπογραφές κόκινες κατακόκινες της φωτιάς
Σ’ απίθανα σημεία της νύχτας.
Δεν αφήνουμε απλώς τραγούδια πίσω μας στο μέλλον αλλά
Τα κομμάτια μας
Και κάπου μακριά ακόμα άρχισαν να κατασκευάζονται τα νέα
Μουσικά όργανα.

 

 

 

 

ΒΡΟΧΗ ΕΙΚΟΝΩΝ
Στο Ζακ Πρεβέρ

 

 

Μου φεύγουν οι λέξεις σαν πρωινά πουλιά ξαναγυρίζουν το βράδι
Κατεβαίνουν την πλαγία αρνιά το βέλασμά τους γίνεται χάδι για
Την καρδιά. Πουλιόνται φτερά στην αγορά μα εγώ μαραζώνω δεν
Έχω λεφτά ούτε για τα τσιγάρα μου που λέμε ούτε ψεύτικα κατοχικά
Που τα έδιναν τότε στα παιδιά να παίζουν για να μην κλαίνε.

Παλιώνουν οι φίλοι παλιώνουν οι καημοί της μάνας μου τα μαγαζιά
Όλα παλιώνουν σ’ αυτόν τον ψεύτη ντουνιά έξον απ’ τα τραγούδια και
Μερικές γυναίκες γυμνές μέσα τους.

Πέταλα καρδιές πουλιών ούζα και πρώτα φώτα με το σούρουπο τα τελευταία
Λόγια στην αγάπη το μαχαίρι τα γιαχαρά και ή μαχαιριά.
Ένα χαμάλης κάνει το τελευταίο του θέλημα εσύ χτυπάς το στήθος σου και εγώ
Καπνίζω…

 

 

 

 

 

ΝΤΑΛΚΑΔΕΣ
Στον Ανδρέα Εμπειρίκο

 

 

Η τέντα του καλοκαιρινού κινηματογράφου είναι σαν μεγάλο ατλαζωτό φυσερό κάνει ήχο όταν ανοίγει ή κλείνει. Σαν το ήχο που κάνουν τα καράβια μπαίνοντας ή βγαίνοντας απ’ το λιμάνι.
Το ίδιο ήχο κάνουν και πάμπολλα ποιήματα του Εμπειρίκου οι βεντάλιες κάποτε των γυναικών.

Πηγαίνουμε στα δάση πηγαίνουμε στα έρημα λιμάνια πηγαίνουμε πηγαίνουμε σε καλοκάγαθα νοικοκυρεμένα μαγαζιά σε άκρα της πολέως για να κάνουμε επαφή με το μακρινό το μέλλον το μέλλον μας τα’ ανώνυμα σουραύλια του παρελθόντος τα επώνυμα προσκλητήρια.

Η μισή τραγουδάει η άλλη μισή μελαγχολεί περιμένοντας ολόκληρη. Από τα παιδικά μου χρόνια στη σημερινή καρδιά μου εισελαύνουν φράχτες νυχτερινή και της μέρας χαρμόσυνα κουδουνίσματα.

Η Ποίηση είναι ένας δρόμος σπαρμένος με καρφιά είναι μια στρατιά καρφιά όπου φιλοξενούν στο ρετιρέ τους ρόδα.
Εσύ δεν είσαι καμωμένη από ρόδα δεν είσαι καρφί αλλά μια απελπισμένη άγνωστη παραλία που έχασε για πάντα κολυμβητάς και βάρκες και ψαρέματα και τα ελάχιστα εκείνα μοναδικά ζευγάρια τα τόσο ευχαριστημένα και θλιμμένα.

Όταν με κυνήγαγε η πολιτική με κυνήγαγες κ’ εσύ. Τώρα που σε κυνηγάω εγώ έγινα σαν την πολιτική και ίσως πλέον αφόρητος και πλέον ανελέητος απ’ αυτήν.

Σ’ αγαπάω σημαίνει τρυπάω με καρφίτσα παλιά σύννεφα και πέφτει βροχή. Μαζεύω τη βροχή όπως μια κόρη μαζεύει παπαρούνες στον αγρό. Μεταξύ των σπλάχνων μου και των χειλιών μου συναντάω πάλι τη λέξη πλάγια αλλά αυτή από καιρό δεν είναι λέξη πια αλλά τα μαλλιά σου ή φωτιά συνθλιβομένη από φορμαρισμένα ερωτικά φύλλα χείλη δροσιάς.

Πλάγια διαλεγμένη από καουμπόυς μια κατακίτρινη από το κακό της αγκαλιά πλάγιά διαλεγμένη για το φετινό καλοκαίρι – που σε γέμισε άνθη δακρύων και πληγών κ’ επικίνδυνη νοσταλγία λυσσασμένη.
Έχουμε μιαν ακρογιαλιά μα δεν έχουμε καρδιά για πέταμα έχουμε γένια μα δεν έχουμε χτένια μας τα φέρνουν άλλοι.
Σ’ ορισμένες περιοχές της νύχτας μας ενοχλούσε ΙΧ φτωχοπουτάνες φυματικά μπαρ κομψοί και χαμογελαστοί ρουφιάνοι.

Έρημες ομορφιές έρημες γυναίκες έρημες ιδεολογίες στον τόπο τους πια δεν φυτρώνει τίποτε και μόνο ταινίες αστυνομικές μας ξεκουράζουν.

Χρειάζονται πια έργα μνημειακά για το καλό του μέλλοντος για το κακό και για το τίποτε.

Σκοροφαγωμένες ιστορίες βγαίνουν απ’ τις ντουλάπες τους και δίνουν στους σύγχρονους φουκαράδες λίγη χαρά:
Το παιδάκι μου… Οι καλοί συνάδελφοι… Ο κουμπάρος… Η κουμπάρα… Το αμάξι μου… Το διαβατήριο μου…
Τα κέρατά σας τα τράγια τα κρέατα σας το σάντουίτς σας στις 11 το πρωί το σήριάλ σας στις 11 το βράδι – τα περασμένα χρόνια τι γρήγορα που περνούν… Δε νομίζω… Δε νομίζω…

Τα’ αγιόκλημα ο δυόσμος και ο βασιλικός της εποχής είναι τα σκουπίδια σας σε σακούλες νάυλον αλλά δεν τα ζωγραφίζει κανείς…

Η πολιτική είναι βρόμικη καθορίζει με αναπόληση παιδικών ιστοριών ή μελλοντικών απορρυπαντικών και μετά χέσ’ την.
Η πραιτωριανοί συλλαμβάνουν για λογαριασμό κάποιου Χ που πρόκειται να συλληφθεί τον άλλο μήνα υποψήφιους ήρωες φαρμακωμένους φοιτητές και καμουφλαρισμένους πράκτορες.
Ύστερα από λίγες μέρες οι μεν ξεχνάν τα ποιήματα και τα ουίσκια της καρδιάς υποτίθεται οι Δε μένουν με ενάμισι πόδι ή τρώγονται στο σκοτάδι και οι άλλοι παρατάν τα προσχήματα.
Κάποτε τελειώνουν τα λόγια και το ξινισμένο σεξ και τα μασκοφόρα όνειρα γατί εμφανίζονται επιτέλους οι αναμενόμενοι πιστολάδες – ούτε άργησαν ούτε μας ξέχασαν ήρθαν στην ώρα τους που αποδείχθη η ώρα μας.

Προσοχή να μη σε κάνουν γεφύρι.
Όταν χάνονται όλα τα κλειδιά ασφαλείας γεμίζουμε Ασφάλειες.

Χόρτασα λεμονιές κατσίκια τα Χριστούγεννα στα χωριά. Οι χωριάτες έχουν τηλεοράσεις μοντέλα αλλά παλιά τσαπιά. Οι παλιοί χωματένιοι δάσκαλοι χάθηκαν. Οι καινούργιοι αδυνατίζουν με τη ρόδα.

Αυτοεξόριστοι Κενυάτες υποψήφιοι Πρόεδροι Δημοκρατίας στα τζουκ μποξ της Αθήνας βάζουν «Το 13 το κελλί» του Λαύκα. Στις ταβέρνες μπεκρήδες της αναμονής οι μαιτρ της παγκόσμιας απελπισίας κλείνουν το ξενύχτι με χαλβά του μπακάλη – με κανέλα και λεμόνι.

Αράπικο φιστίκι
Αράπικο λουλούδι
Αράπικο άλογο
Αράπικο πετρέλαιο…

n43-ch-1.jpg

 

Περί ποιήσεως πάλι

Μνήμη Τάκη Σινόπουλου

Δημοτικό Τραγούδι
Χριστόπουλος ήχος μπουζουκιού
Κάλβος ήχος πλατάνων
Σολωμός ήχος γιασεμιών
Παλαμάς ήχος τίποτε
Μαλακάσης ήχος πόλεως σαν παίρνει να βραδιάζει
Καβάφης ήχος πόλεως προχωρημένο βράδι
Βάρναλης ήχος του μέλλοντος από παλιές καμπάνες
Φιλύρας ήχος προπολεμικής ταβέρνας
Σικελιανός ήχος ματισμένος από αρχαίες πομπές και σύγχρονα
φαγοπότια
Καρυωτάκης ήχος πόλεως που κοιμάται
Σεφέρης ήχος του παλαμικού τίποτε
Εμπειρίκος ήχος που συνεχίζεται μες στα ποιήματά μας
Λαϊκό Τραγούδι

["Τα θεάματα", 1982]

 

Από δω και από κει

Από δω ανθρακιά και πλήξη από κει τα όνειρά μας.
Το γνήσιον η απομίμησις και οι ενδιάμεσες σπαθιές στον αέρα
για να τρομάξουμε τους τρομαγμένους.

 

Οδύνη

Το πέραν του ποιήματος είναι μια δύσις φεγγαριού στην οδό
Ιουλιανού μετά το οδυνηρό σώσιμο των τσιγάρων ξημερώνοντας…

 

Πλάνα

Στο πρώτο πλάνο υπάρχει μια ερημιά
γεμάτη χρώματα στολίδια ραντεβού και μίση
στο δεύτερο η αγάπη
στο τρίτο πάλι μια ερημιά και βουτηγμένη τώρα σε πηχτό σκοτάδι
στο τέταρτο πάλι η αγάπη τώρα τυφλή και μεθυσμένη
στο πέμπτο πάλι μια ερημιά μαύρη και στάζει αίμα
στο έκτο ούτε ερημιά ούτε αγάπη με ή χωρίς φως ή σκοτάδι
στο έκτο μεταμεσονύκτιος δρόμος καλοκαιρινός
και ένας άντρας βιαστικός καπνίζοντας τον διασχίζει
η νύχτα λάμπει σαν ημέρα και μονάχα το γλυκό αεράκι
δροσίζει τα καμένα φύλλα της καρδιάς του…

 

Τα ίδια και τα ίδια
(απόσπασμα)

Ο Σεφέρης επιτέλους πέθανε οριστικά
“στο φέρετρό του ακούμπησε” η Ελλάδα
αυτός πού ακούμπαγε κανείς δε λέει…
Στην κηδεία του πήγανε και πεθαμένοι
φίλοι γνωστών διευθύνσεων κ’ εχθροί
φυλετικών και άλλων διακρίσεων…

 

Οι θρησκευτικοί ποιηταί

Το γάλα το άγριο γάλα! Τελευταία συχνά
μ’ επισκέπτονται παλιά αιμοστάζοντα αγριόσυκα
όνειρα σεξουαλικά ρεύσις κατάρρευσις των ιδεών
και των γούστων των παλιών μου φίλων…
Τα μεσημέρια παίζουν τάβλι με τις ώρες
παίζουν ξερή τα πενηντάρικα και τα τομάρια
τρώγονται χύνουνε χολή την πίνουνε οι έρημοι.
Εν συνεχεία επιστρέφουν στο καφέ-μπινέ
κι αράζουν περιμένοντας εκπλήξεις.
Εκπλήξεις βέβαια δεν έρχονται έρχεται
το σούρουπο και μέσα του ανεβαίνουν τη Σταδίου
καταλήγουνε σε κεντρικό εκκλησάκι
(όλα τα ‘χει τελοσπάντων αυτή η Αθήνα
εξόν πράσινον και δημόσια ουρητήρια…)
κ’ ενταφιάζονται εντός του εσπερινού περιττόν
ο ένας θάβει τον άλλο με μάτια κλειστά
ανταλλάσσουν εντυπώσεις κ’ έτσι βελτιώνουν
τη φίρμα τους στη λαχαναγορά πού και πού
παριστάνουν και τον Κόντογλου πού Κόντογλου
είναι γελοίοι – αν το μάθουνε κι αυτό
πάει τετέλεσται…

 

Αναπόληση

Θα καταργήσω τον ουρανό θα καταργήσω τη γη
και θ’ αφήσω μόνο ένα ουζερί
για ένα πιοτό για ένα τραγούδι για ένα χορό
κ’ εσύ
να περνάς απ’ έξω.

 

(Ανέκδοτο κείμενο του Θωμά Γκόρπα)

Καφενεία της Αθήνας

Δύσκολο να βρεις τώρα καφενείο που να ‘ναι ένας χώρος ζεστός, “δικός μας”. Δύσκολο να βρεις την Αθήνα τώρα.
Ο Κάπταιν Μοντεσάντος τώρα είναι σε μιαν άκρη της μνήμης μας: ζαρωμένος, χλωμός, πεινασμένος και φοβισμένος…
 
Τότε, στο καφενείον “Η Ακρόπολις”, στην πλατεία Καρύτση, μεσημέρι-βράδυ καλλιγραφούσε τους στίχους του σ’ εκλεκτά χασαπόχαρτα, μας έλεγε ιστορίες παλιές απ’ τα πέλαγα, μας έλεγε γι’ αρχοντικά της οδού Νικοδήμου και για τις γυναίκες τους, μας έλεγε Μπωντλαίρ, Βερλαίν και Ρεμπώ στην δική του μετάφραση, μας έλεγε για μιαν ωραία ανηψιά του που ντρέπονταν γι’ αυτόν επειδή ήταν ξέμπαρκος, μας έλεγε για το τελευταίο μεγάλο χαρτοπαικτικό παιγνίδι του στην Μαρσίλια, μας έλεγε…

Κι ο Φάνης κι ο Παναγής κ’ εγώ γράφαμε “μοντέρνο” στίχο, αλλά τα έργα μας τα κρύβαμε απ’ το γέρο. Αυτό μας έλειπε – να μην τα κρύβαμε… Θα χάναμε τις ιστορίες του και τ’ άλλα και κυρίως αυτόν τον ίδιο το γέρο – καπετάνιο…
 
Ο Φάνης κι ο Παναγής από χρόνια και χρόνια έχουν ξεχάσει ότι κάποτε, τότε, έγραφαν στίχους.
 
Καφενείον “η Ακρόπολις”, μέτριος βραστός, τσιγάρα “Τέλειον”, παπούτσια μοκασέν, μαλλιά χαίτη, μουστάκι α λα Τσε, τότε.
Η βροχή της Αθήνας, η βροχή πίσω απ’ την τζαμαρία του καφενείου, η Αθήνα μετά την βροχή, εμείς μες στην ψιλή αθηναϊκή βροχή.
Το εργένικο δωμάτιο είχε ένα ντιβάνι, ένα τραπεζάκι πτυσσόμενο, μια κρεμάστρα, μια βαλίτσα ξεκοιλιασμένη κι ανοιγμένη πάντα, το καλάθι “απ’ το χωριό”. Μήτε μια καρέκλα -για κάμποσο καιρό.
 
Το δωμάτιο τον χειμώνα ήταν κρύο, ήταν υγρό, έπιανε και μούχλα. Μόνο με το τσιγάρο το πολεμούσες. Και συχνά, όταν δεν υπήρχε ούτε τσιγάρο, με την ανάμνηση τοπίων απ’ τη γενέθλια γη.
 
Έτσι εύκολα μαθαίνει κανείς το ξενύχτι. Η επιστροφή στο “σπίτι” παρετείνετο επ’ αόριστον… Τα ταβερνάκια της Πλάκας, τα διανυκτερεύοντα καφενεία της πλατείας Συντάγματος, Ζαχαράτου και Αντωνιάδη, το Βυζάντιον, τα “γαλακτοτροφεία” της πλατείας Ομονοίας Γαλλία και Ολύμπια και Μέγας Αλέξανδρος ήταν πιο σπίτι απ’ το “σπίτι”.
 
Οι θρύλοι συνήθως γίνονται από πολύ καθημερινά πράγματα κι απ’ ανθρώπους που τότε ούτε που υποψιάζονταν πως θα γίνουν θρύλοι κάποτε: το Βυζάντιον, το Ελληνικόν…
 
Τα βιβλία μας απ’ το Μοναστηράκι κι απ’ τα καρότσια: Αθηνάς, Αιόλου, Χαυτεία. Το φαΐ μας απ’ τα υπόλοιπα των “…με κρέας”.

Η Αθήνα τότε τέλειωνε στου Μαυρομάτη – στα σίδερα, στο Παγκράτι – στου Μπαμπέτα, στα Πετράλωνα, στην οδό Πανόρμου, στην Πλατεία Κυριακού…
Η Αθήνα κάποτε κάποτε άρχιζε και τέλειωνε στην οδό Σταδίου.

Δεν μπόρεσα να μάθω ακόμα τι αγαπάει κανείς τελικά στη ζωή του.

Αλλοι λένε για μας ότι αγαπήσαμε τόσα και τόσα. Οταν ο ίδιος λες πως αγάπησες κάτι το λες και το ξαναλές και καμαρώνεις αυτό το κάτι, σίγουρα δεν τ’ αγάπησες πραγματικά.
 
Εμείς λέμε: Η Αθήνα μάς αγάπησε…
Την ευχαριστούμε για την αγάπη της. Είμαστε συγκινημένοι απ’ την αγάπη της.

Τα παλιά καφενεία της Αθήνας κατεδαφίστηκαν μέσα μας. Και τα λίγα που μένουν κι αυτά όπου να ‘ναι θα κατεδαφιστούν μέσα μας.

Είναι πάντα καινούργιο ό,τι δεν παλιώνει μέσα μας.

nudec.jpg

  Βιογραφικό

Θωμάς Γκόρπας

Ο Θωμάς Γκόρπας γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1935. Από το 1954 έζησε στην Αθήνα, από το 1975 έως το 1980 στο Παρίσι, και από το 1990 μοίραζε τον καιρό του ανάμεσα στην Αθήνα και στην Αίγινα. Έκανε μια ντουζίνα επαγγέλματα: εργάτης, λογιστής, παλαιοβιβλιοπώλης, βιβλιοπώλης, επιμελητής εκδόσεων, εκδότης (εκδόσεις Πανόραμα και εκδόσεις Έξοδος), μεταφραστής, κ.α., πριν και μετά τη λεγόμενη δημοσιογραφία (συντάκτης στον Ημερήσιο Τύπο: Ανεξάρτητος Τύπος, Μεσημβρινή, Εξπρές, Νέα Πολιτεία). Ακόμα υπήρξε συντάκτης ή αρχισυντάκτης στα περιοδικά Ρουμελιώτικο Ημερολόγιο, Ρουμελιώτικη Βίγλα, Ο Λογοτέχνης, Η Τέχνη στην Αθήνα, Η Καλλιτεχνική, Πολιτικά Θέματα, Μουσικά Θέματα. Έγραψε για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση και δίδαξε σε θεατρική σχολή ιστορία λογοτεχνίας και αγωγή του λόγου. Στη δεκαετία του 1950 σύχναζε στο Πρακτορείο Πνευματικής Συνεργασίας, στη Στοά Μαυρίδη, στο Πατάρι του Λουμίδη και στο Βυζάντιον. Από το 1955 έως το 1967 συμμετείχε σε ομάδες που πρωτοστάτησαν για μια πρωτοπορία στο θέατρο, στον κινηματογράφο, στα εικαστικά, και για την υπεράσπιση του λαϊκού τραγουδιού. Από τους πρώτους που μίλησαν και έγραψαν για τον Καραγκιόζη και το ρεμπέτικο. Το 1979 εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Πρώτο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Μπιτ στην Όστια της Ρώμης.
Πέθανε στην Αθήνα το 2003.

gkorpas1.jpg

Ηλίας Πετρόπουλος

Σεπτεμβρίου 23, 2007 - Leave a Response

Ηλίας Πετρόπουλος
Επικήδειος λόγος
 

Λόγος επικήδειος
διά τα παλαιά άγνωστα ρεμπέτικα τραγούδια,
αλλά συγχρόνως και ελεγεία
εις ανάμνησιν της ομορφιάς μιας γυναίκας
εξαιρετικώς αγαπηθείσης.

 

Καλούνται ρεμπέτικα τραγούδια τα άσματα των πληγωμένων, απλών, αγνών και αισθαντικών ψυχών της Ελλάδος. Η περιφρονημένη χωρίς ανταπόκριση αγάπη και το τρισμέγιστον μαρτύριον του θαμένου εκουσίως έρωτος από τα ρεμπέτικα τραγούδια εξόχως ανιστορήθησαν. Τα ρεμπέτικα υπήρξαν κάποτε η παρηγοριά μας. Ήταν οι λευκοί ασπασμοί των παραγνωρισμένων. Αξιώθηκα να κρατήσω στα χέρια μου το βουβό, πλέον, μπουζούκι του στρατηγού Μακρυγιάννη. Ρεμπέτικα δεν τραγουδούσαν οι γυναίκες (αυτές συνήθως αργά κατανοούν το πόσο αγαπήθηκαν), ούτε τα τραγουδούσαν οι σκληρόκαρδοι.

Όχι μόνο για την αλήθια, αλλά και για την ομορφιά της αλήθιας νιάζομαι. Μη μου στείλεις περιστέρια· μαντεύω τα λόγια αγάπης που θα μου πεις. Ο έρως συμβαίνει σαν δυστύχημα. Κρατούσα, τότε, σαν βιολί το σώμα σου, μα τώρα που είμαστε μακριά σ’ έχω φωτιά παντοτινή μες στην καρδιά μου. Θα ψάχνεις λυπημένη να με βρεις στους άδειους δρόμους και θα ρωτάς παντού για μένα, και στην περιρρέουσα μελαγχολία των ρεμπέτικων τραγουδιών θα αναζητάς επί ματαίω παρηγοριά. Εφέτος ανήμερα το Πάσχα έβρεχε και η δολιότης πίκραινε την καρδιά μου. Το ξέρω· η θέση μου είναι στο νεκροταφείο. Είμασταν ακόμη παιδιά όταν μας μάραναν και ζήσαμε σαν γέροι. Δεν είμαι δικός μου. Σιωπώ μεν, αρνούμαι δε να πεθάνω γιατί τα δακρυσμένα μάτια σου πάντα με γνέφουν. Θλιβερά βλέματα τέκνα της σιωπής μου. Ο θάνατος απόψε διώχνει το κάθε τι απ’ την ψυχή μου. Χαίρομαι την παραφροσύνη μου τώρα.

Το αληθές απόβαρον ενός ανθρώπου ισούται με τις αγάπες, τον οίκτο και την αηδία πού ένιωσε στη ζωή. Δύο μεγάλες αδικίες εγνώρισα: την φτώχια και την ερωτική καταφρόνια. Τα ρεμπέτικα προήχθησαν εις μαυσωλείον αισθημάτων. Το να υποφέρεις απ’ του κόσμου τις πίκρες είναι αναγκαίον, και ίσως νόμιμο. Πάθος έδωσα και πάθος δεν έλαβα, κι ό,τι έπιασα έγινε στάχτη. Πολλά εδιδάχθην από τα ρεμπέτικα. Ο πατέρας μου με γαλούχησε με τα τραγούδια αυτά. Έχτισα το παρόν βιβλίο, σα να έχτιζα χελιδονοφωλιά, προς χάριν του ισοβίου φίλου Τσιτσάνη. Την εγκαρτέρηση εδιδάχθην από τα ρεμπέτικα.

Σήμερον κηδεύομαι. Σβήνω (άχ, σβήνω) όταν εσύ χρησιμοποιείς τα αισθήματα μου σαν κέρματα. Αν πρόκειται κανείς να διατηρήσει την ευαισθησία του ας είναι ο ηττημένος. Τα ρεμπέτικα τραγούδια βάλλουν ως αναμνήσεις. Ζήσαμε τις πιο εφιαλτικές νύχτες του αιώνος. Οι ενθυμήσεις ελλοχεύουν. Ένιωσα τα πάντα μόνον σαν πάθη. Άφησέ με νάμαι παράφορος, αφού η λογική είναι ο προθάλαμος της τρέλας. Υπήρξα ένας Ιδανικός Φαύνος. Θα σε γκρεμίσω με δάκρυα, ζοφερή πολυαγαπημένη.

Τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι τραγούδια της καρδιάς. Και μόνον όποιος τα πλησιάσει με αγνό αίσθημα τα νιώθει και τα χαίρεται. Γιατί, η καρδιά με καρδιά μετριέται.

Έκλεισεν ό κύκλος των ρεμπέτικων τραγουδιών. Ανήκουν πια στο παρελθόν τα τραγούδια αυτά. Χοροστατώ μοιραίως στό μνημόσυνο τους αφού ο *** κυμαίνεται, τη νύχτα αυτή, μεταξύ ευφημίας και επιβιώσεως.

Αίφνης σκοτείνιασε η πλάση και η αυτοκτονία απέβη το όνειρο εκάστου εχέφρονος ανθρώπου. Ο θεηφόρος έρως μόνη πειθώ τής ζωής. Φυλακτά σε σχήμα καρδίας αντίκρυσα στο βυζαντινό μουσείον Αθηνών. Στα λάσια μπράτσα των ρεμπέτηδων συχνά βλέπω κεντημένη μιά καρδιά με φυλλοκάρδια, όπου στη μέση της έχει το όνομα της πολυαγαπημένης.

Οι νεοελληνικοί αιώνες εγκυμονούσαν τα ρεμπέτικα τραγούδια. Στον έρωτα ο χρόνος ετάχθη υπέρ των ανδρών. Αφότου γεννηθήκαμε ο θάνατος αναμένει. Ήπια τα χίλια πικρά όχι, πριν καταπιαστώ με τα ρεμπέτικα. Οι χαρές, όπως και οι ηδονές, οδηγούν στην γνήσια θλίψη. Σαν χειρονομίες σφοδρού κοπετού μοιάζουν τα φτερουγίσματα αυτουνών που χορεύουν ζεϊμπέκικο. Ο Γιάννης Τσαρούχης ξέρει γιατί αποκαλεί τον ζεϊμπέκικο Χορό των Χορών. Ίσως, μόνον ένας ερωτευμένος μπορούσε να συντάξει τον επικήδειο των ρεμπέτικων τραγουδιών, πού εξακολουθούν να φαντάζουν σαν μαγικός λουλουδότοπος μακρινός, οριστικά χαμένος και απροσπέλαστος. Ο νους του ανθρώπου (ισχυρός ως ο έρως, πανίσχυρος ως ο θάνατος) εξακοντίζεται προς το παρελθόν. Η θλίψη αποτελεί την ηχώ τών ερωτικών λαϊκών ασμάτων. Είθε, σύντομα τα ελληνόπουλα να διδάσκονται στα σχολεία την απαράμιλλη μελαγχολία των ρεμπέτικων τραγουδιών.

Θα σταδιοδρομήσω του λοιπού ως προδότης. Κατάβαθα κι εγώ, κατάβαθα κι εσύ, πληγώσαμε τις καρδιές μας. Όλη νύχτα με ξυπνούσαν οι αναστεναγμοί μου. Είμαι φίλος των νεκρών. Το επόμενο πάθος με σώζει από το προηγούμενο, μα κάθε πάθος κατακάθεται στην παλίμψηστη ψυχή μου σαν μαυρίλα, και τότε η αυτοκτονία υποδύεται την λύτρωση. Η ιδιοφυΐα είναι η μόνη αποδεκτή μορφή παραφροσύνης, ο δε οίκτος φόρτος αλλοτρίων δυστυχιών. Οι μεγάλοι έρωτες, όλοι τους, είναι σαν ερωτικό παράπονο. Ο έρως στερείται νίκης. Αρχίζει και τελειώνει με ήττα του ανδρός. Σαν τον Αχιλλέα ήσουνα υπερήφανη και σκληρόκαρδη· όμως, ώρα σου καλή, όπου κι αν βρίσκεσαι, γλυκιά μου αγαπημένη.

Καθώς χαμένο σκυλί, σκυλί του δρόμου, σέρνομαι αυτές τις μαύρες μέρες με άδεια καρδιά και κάθε δειλινό πέφτω, πέφτω, σ’ ένα βάραθρο πέφτω. Βέβαια οι γυναίκες στερούνται φαντασίας και πάθους, αλλά εγώ αγάπησα και αγαπήθηκα, κι εσένα δείχνω όταν ερωτηθώ για το νόημα του έρωτος. Λιποτάκτης στην μυριάνθρωπη έρημη Αθήνα που με τρομοκρατεί κι όλο με εξωθεί προς την αυτοκτονία. Η απαισιοδοξία είναι απόδειξη ανθρωπιάς. Εγώ ειμί ο εχθρός μου. Στην ηλικία όπου τώρα πια έφτασα το νιώθω πεντακάθαρα πως είμαι ένας αποτυχημένος. Δεν θα σκεφτόμουνα ποτέ δίχως το συνοικέσιον της μελαγχολίας. Συχνά κλέβω ψυχές, μα εσύ δεν είσαι κοντά μου, ούτε σε ξένα χέρια. Γέρασα με ερωτευμένη καρδιά εφήβου. Είναι υπερβολή να ζεις με αγάπη κι είναι επικίνδυνο να κατέχεις, τόσο πολύ, τα μυστικά της ψυχής σου. Αδυνατώ να θάψω τις αναμνήσεις κι αυτό θα προσδιορίσει τον θάνατο μου. Την κοίτη του τάφου μου είδα. Πόσες μέρες, πόσα χρόνια, θα άντεχες εσύ μιά ζωή δίχως ελπίδες;

Αργείς· η ψυχή μου παγώνει. Κάθομαι τα βράδια, ολομόναχος, κατάμονος, στο καμαράκι που ξέρεις, και κατηγορώ τον εαυτό μου, κι όλο σκέφτομαι περί της αδυσωπήτου φθοράς των αισθημάτων. Ο νους μου αρμενίζει προς την απελπισία. Σκότωσαν, κάποτε, πολλούς φίλους γύρω μου κι από τότε ζω σαν πουλί τρομαγμένο. Σε περιμένω μέρα και νύχτα και κάθε αυγή να ξαναγυρίσεις σε καρτερώ. Με παρασύρει η καρδιά μου (εσύ, γλυκιά μου, ακόμη την κυβερνάς) σε αναπολήσεις της εξαίσιας μορφής σου, που ούτε μπορώ ούτε θέλω να ξεχάσω, και που αφότου εχάθη σε μαύρα σκοτάδια μ’ έριξε. Εκείνην που κάθεται αντίκρυ μου την έχω μες στα στήθια μου. Οι σκιές των δολοφονηθέντων φίλων, και ψες τη νύχτα, όπως κάθε νύχτα, ήρθαν αργοσαλεύοντας στον ύπνο μου, και τάχα ήσουνα μαζί τους, μισοκρυμένη, σιωπηλή, μαραμένη. Ευλαβούμενος της μνήμης των περιδιαβάζω στην Οδόν Αναπαύσεως. Όταν φεύγει η αγαπημένη είναι σαν νάχει πεθάνει. Στα μάτια σου τα σημάδια της προδοσίας. Η ομορφιά μιας γυναίκας είναι ένα ένδυμα ευχαριστήσεως. Κλείσε με στην καρδιά σου κι ας το ξέρουμε μόνον εμείς οι δυό.

Ήκμασαν τα ρεμπέτικα τραγούδια την εποχή που μετρούσαμε τάφους. Η δράση σχεδόν αποβλακώνει τον άνδρα. Οι άνδρες των ρεμπέτικων τραγουδιών απεχθάνονται τους μετριοπαθείς. Είναι σοφός όποιος αγαπά κι ελπίζει, και είναι σοφώτατος όποιος λυπάται. Ο ερωτευμένος καταντάει μισός άνθρωπος. Ο οίκτος δέον να θεωρείται της αγάπης η ανάληψις. Έρωτα μάθετε οι ενοικούντες επί της γης. Πάντα οι απογοητευθέντες σώζουν την οικουμένη. Μιά ειδική λεβεντιά απαιτείται για νάναι κανείς ανήθικος. Η λογική μου εδρεύει στην καρδιά μου. Ο έρως θρέφει (αλίμονο) τους ιδεώδεις. Τα του παρελθόντος αγλαΐζονται. Ο κυνισμός φαίνεται πως είναι ο θώραξ των ευαισθήτων, που τους προφυλάσσει από τον δαίμονα της ενδοσκοπήσεως. Ο οίκτος έρχεται με τα χρόνια. Η σκέψη είναι δυστυχία. Εξ οίκτου αμαρτάνω. Τρομάζω όταν σκέφτομαι. Υπήρξες τόσον ωραία που σε σεβόμουνα. Είναι αντιδραστικός κι ο αρνούμενος να αποθάνει. Αντιφάσκω, άρα ζω. Η αυτοκτονία είναι έκφραση ανταποδοτική της κοινωνικής ποινής του ψυχικού εξοστρακισμού. Η μόνη προσωπική χειρονομία στην αυτοκτονία είναι η αυτόχειρη εκτέλεση μιάς κοινωνικής αποφάσεως. Στον έρωτα ενός ανδρός, πιθανώτατα, έχει μεγαλύτερη σημασία το ζέον αίσθημα παρά το όνομα της αγαπημένης. Η κεφαλή μου, τώρα, σε προσκέφαλο φέρετρον, κι όχι στα γόνατα σου, τώρα, αναπαύεται. Έναν σταυρό σού χάραξα στο μέτωπο και σε σημάδεψα. Μοναξιά θωπεία θανάτου.

Τα μάτια της προοιώνιζαν την καταδίκη. Τίποτε δεν μου στοίχισε ο χωρισμός· τίποτ’ άλλο εκτός από την ενθρόνιση της μελαγχολίας. Μάλλον δεν υπάρχουν γυναίκες ανιδιοτελώς ερωτευμένες. Η γυνή φιλοδοξεί να αποβεί νεκροθάφτης του αγαπημένου της. Θάνατοι και θάνατοι θα διαβούν μα συ θα βαστάς μέσα μου. Εσύ, που απουσιάζεις κι ωστόσο νιώθω να με κοιτάς με χίλια μάτια. Εσύ, που ήσουνα εκείνη με τα πικρά δάκρυα και τα ολόγλυκα φιλιά. Η δεινή, εσύ, που μ’ ανάγκασες ν’ αγαπήσω τα λουλούδια περισσότερο απ’ τους ανθρώπους. Εσύ, η λύκων βρώσις κι ο άγγελος των επιγείων λιβαδιών.

Έπραξαν το πάν για να μαράνουν την ζωντανή καρδιά των ρεμπέτηδων. Οι μεγάλες ψυχές αντιφάσκουν. Ισχυρότερη μνήμη είναι η μνήμη της καρδιάς. Ο λυρισμός ήταν η μόνη επιτρεπτή στους ρεμπέτες πολυτέλεια. Τρυφερότης περιβάλλει, σαν δροσερό φύλλωμα, τα παλαιά αισθήματα. Για μιαν ακόμη φορά, στην άκρη τού γκρεμού, αλλάζω ψυχή κι ο νους μου ανθοφορεί. Καλβίνος του αγνού έρωτος, ελπίζω πως και η πλέον άσπλαχνη αγαπημένη δεν δύναται να σκοτώσει την ποίηση που κρύβει μέσα του ένας σιωπηλός άνδρας.

Βασικώς τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι λαϊκά άσματα της αγάπης και, ειδικώτερα, της ερωτικής εγκαταλείψεως. Τουλάχιστον τα μισά ρεμπέτικα έχουν τον έρωτα θέμα τους, και τα πιο πολλά απ’ αυτά θρηνούν τον ερωτικό χωρισμό· την πικρότατη ορφάνια. Ο ρεμπέτης γνωρίζει ότι ο έρως είναι μεταθετό αίσθημα και ότι ο οίκτος των επικυριάρχων η αγάπη είναι. Τόσο έδειραν τα πάθη τους ανθρώπους των ρεμπέτικων τραγουδιών ώστε απώλεσαν το δικαίωμα να εκπροσωπούν τον εαυτό τους. Στα δημώδη άσματα ο εραστής καταπλήσσει με την ανδρεία, ενώ ο εραστής των ρεμπέτικων τραγουδιών εκλιπαρεί, καθικετεύει, ελκύει διά του οίκτου. Σε λιτανεία μετήλλαξε τον πανδαμάτορα έρωτα το ρεμπέτικο τραγούδι, όπου οι περιπτύξεις είναι ψυχικές οι δε μνήμες δεσπόζουν. Τυγχάνων ορθόδοξος ερωτικός πρωθιερεύς αντιλαμβάνομαι σαφώς πως αν δεν χτίσεις μιά ζωή σφαλμάτων και αμαρτιών δεν θα εξαρθείς εις υπήκοον τού θανάτου, πως οπωσδήποτε καλύτερα είναι να σε σκοτώσουν παρά να αυτοκτονήσεις αφού η ανίκητη τρομερή πλειοψηφία των μοχθηρών ούτε αιδημοσύνην ούτε χλωρόν φόβον ένιωσε ποτέ, και, πως η καρδία οίκος της ψυχής εστίν. Η φιληδονία είναι αληθινή αρρώστια. Το γυμνό κορμί σου (ευφροσύνη της οράσεώς μου) οδηγεί στο φθινόπωρο, στο φθινόπωρο. Ουσιαστικώς τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι ερωτικές επιστολές. Ο άνθρωπος είναι δύο. Δεν σε αναπολώ παρά σαν μιαν όμορφη κοπέλα (ώ, μεγαλείον των υψηλών γυναικών) να έρχεσαι με την αγκαλιά γεμάτη άνθη, και τότε σε φιλούσα και με αντιφιλούσες, πίστη μου κι ελπίδα μου. Αγάπησα κάποιαν κυπαρισσένια τέως άγνωστη που δεν ξεχνιέται. Εορτή των Νεκρών η μέρα του χωρισμού. Είπες παντού πως με μισείς, σαν όμως ξανανταμώσαμε, την ύστατη φορά, εδάκρυσες και με τρυφερότητα άπλωσες το πολύτιμο φιλντισένιο χέρι σου στο ιδρωμένο μέτωπό μου. Τώρα εδώ κοντά φτερουγίζεις — μακριά μου όσο ποτέ. Με θυμάσαι άραγε ακόμη, φευγάτη μου αγάπη;

Οι ερωτευμένοι χρησιμοποιούν ολόχρυσα λόγια, λόγια πού καίνε, αν και η αγάπη νιώθεται και δεν την αποδεικνύουν. Οι ερωτευμένοι εκφράζονται με υπερβολές γιατί διαβιούν εν υπερβολαίς. Όσο κι αν ο άνθρωπος έχει βουνό την καρδιά αδυνατεί να αγαπήσει πολλές φορές στη ζωή του. Ο έρως είναι ένας γλυκόπικρος εφιάλτης, σάβανο των ζωντανών, φονεύς, ψυχοβγάλτης, νεκροπομπός πουλιών, ελευθερωτής. Τέτοιους έρωτες ψάλλουν τ’ αδέρφια μου, οι έσχατοι ρεμπέτες.

 

Αθήναι, Μάιος 1967.

 

(από το βιβλίο “Ρεμπέτικα Τραγούδια”)

 

 

Ο Ηλίας Πετρόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1928, σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι το 1973. Πνεύμα ανήσυχο και ερευνητικό, πολέμιος των ακαδημαϊκών και του κατεστημένου, ο Πετρόπουλος ήταν ο πρώτος λαογράφος στην Ελλάδα που ασχολήθηκε με το περιθώριο και κατέγραψε πρόσωπα και πράγματα περιφρονημένα από την επίσημη ιστορία της χώρας του. Έζησε από κοντά ρεμπέτες, αλήτες, μάγκες, πόρνες και ομοφυλόφιλους, φυλακισμένους και καταδιωκόμενους, που έγιναν οι ‘ήρωες’ των βιβλίων του. Ακάματος συγγραφέας και ερευνητής έγραφε μέχρι το 2003 που πέθανε από καρκίνο. Σύμφωνα με τη διαθήκη του, το πτώμα του αποτεφρώθηκε και οι στάχτες του πετάχτηκαν στον υπόνομο.

Τα βιβλία του έχουν συχνά τη μορφή της μελέτης ή της μονογραφίας ενώ πολλά αποτελούν συλλογές άρθρων παρεμφερούς θεματικής, είτε αδημοσίευτων, είτε δημοσιευμένων σε περιοδικά και εφημερίδες της εποχής. Ο Ηλίας Πετρόπουλος έγινε γνωστός στο πλατύ κοινό με το βιβλίο του Το εγχειρίδιο του καλού κλέφτη που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1979 από τον εκδοτικό οίκο Νεφέλη ενώ αναμφισβήτητη είναι και η αξία της πρώτης ρεμπετολογικής μελέτης στην Ελλάδα που ακόμα και σήμερα αποτελεί σημείο αναφοράς για τη μελέτη του ρεμπέτικου, τα Ρεμπέτικα τραγούδια (Αθήνα 1968), τα οποία εκδόθηκαν πολλάκις έκτοτε, με αρκετές προσθήκες και βελτιώσεις. Άλλα του έργα είναι τα Καλιαρντά (Αθήνα 1971), Kiosque grec, La Voiture grecque, Cages d’oiseaux, Moments en Grèce (Το ελληνικό περίπτερο, Αυτοκίνητο, Κλουβιά πουλιών και Στιγμές στην Ελλάδα) που εκδόθηκαν στο Παρίσι το 1976 καθώς και Ο τούρκικος καφές εν Ελλάδι (Αθήνα 1979), Το μπουρδέλο (Αθήνα 1980), Θεσσαλονίκη: η μνήμη μιας πόλης (Παρίσι 1982), Πτώματα, πτώματα, πτώματα (Αθήνα 1988), Ο μύσταξ (Αθήνα 1989), Ρεμπετολογία (Αθήνα 1990) και το τελευταίο βιβλίο εμπνευσμένο από τη μόδα του στρίνγκ, πιστό στο στυλ Πετρόπουλου, Ο κουραδοκόφτης.

Ανάμεσα στα έργα του, είναι ακόμα το πασίγνωστο Το άγιο χασισάκι, Υπόκοσμος και Καραγκιόζης, Ιστορία της Καπότας, Καπανταήδες και μαχαιροβγάλτες, καθώς και το τελευταίο του που κυκλοφόρησε το 2003, οι Παροιμίες του υπόκοσμου. Ο Ηλίας Πετρόπουλος έγραψε μονογραφίες για τους ζωγράφους Μοσχίδη, Πεντζίκη, Τέτση, Σικελιώτη και τους γελοιογράφους Μποστ και Καναβάκη. Το 1966 εξέδωσε το βιβλίο του Ελύτης, Μόραλης, Τσαρούχης.

Τα τρία ποιητικά έργα του Πετρόπουλου ακολουθούν την ίδια οπτική που διαφαίνεται σε όλο του το έργο. Έτσι, στην σκληρή και ασυνήθιστή του ποίηση, συναντάμε τον ίδιο ανατρεπτικό χαρακτήρα – πλην όμως εδώ μας παρουσιάζεται ο όχι χωρίς τρυφερές στιγμές συναισθηματικός του κόσμος. Το τελευταίο βιβλίο ήταν το Ποτέ και τίποτα και εκδόθηκε στην Αθήνα το 1993. Το 2000 κυκλοφόρησαν ποιήματα από αυτή τη συλλογή, μελοποιημένα από την Μαρίνα Καναβάκη, σε άλμπουμ με τον ομώνυμο τίτλο.

Ο Πετρόπουλος λογοκρίθηκε και καταδικάστηκε τέσσερις φορές από τα ελληνικά δικαστήρια για τον αναρχικό χαρακτήρα των γραπτών του. Για το βιβλίο του Τα ρεμπέτικα τραγούδια, που δεν έφερε σφραγίδα λογοκρισίας, η χούντα τον καταδίκασε σε πεντάμηνη φυλάκιση το 1968, όπως και για τα Καλιαρντά το 1972 και για το κείμενό του Σώμα, που δημοσίευσε στο περιοδικό Τραμ. Το 1972 διεκδίκησε και πέτυχε να αποκτήσει αστυνομική ταυτότητα η οποία ανέγραφε στο θρήσκευμα «άθεος». Μέχρι το 1998 —δηλαδή για πάνω από 25 χρόνια και μέχρι τα 70 του— εκκρεμούσε εναντίον του καταδίκη σε φυλάκιση για προσβολή της θρησκείας[1]. Κουρασμένος από το κυνηγητό και απογοητευμένος, μετακόμισε στο Παρίσι το 1975, από όπου συνέχισε ασταμάτητα να γράφει βιβλία για την Ελλάδα.

Επίμονος ερευνητής των λαϊκών φραστικών επινοήσεων αλλά και πιστός στην πολυτονική γραφή, συστηνόταν ως λαογράφος και έψεγε με το ύφος του τον καθωσπρεπισμό του «πολιτικά ορθού». Το έργο του αναδίδει μια αίσθηση καθολικού ανθρώπου. Δεν θα ήταν υπερβολή να τον χαρακτηρίσουμε ιστορικό, λαογράφο, γλωσσολόγο, εικαστικό καλλιτέχνη (έχει εικονογραφήσει αρκετά βιβλία του με σκίτσα και κολλάζ), φωτογράφο – εν τέλει έναν ελεύθερο στοχαστή-ερευνητή που το έργο του αξίζει ευρύτερης αποδοχής. Τα περίπου 80 βιβλία του αποτελούν καταθέσεις έρευνας και μελέτης του λαϊκού μας πολιτισμού, ενώ πολλές φορές εξερευνεί θέματα ταμπού ή περιθωριακά (χασίς, ρεμπέτικο, υπόκοσμος, πορνεία, σεξουαλικότητα, φυλακή).

Στα 40 χρόνια της συγγραφικής του δραστηριότητας, ο Ηλίας Πετρόπουλος, ο οποίος πέθανε στις 3 Σεπτεμβρίου 2003 στο Παρίσι, δημοσίευσε 80 βιβλία και πάνω από χίλια άρθρα. Με βασικό άξονα ό,τι ο ίδιος αποκάλεσε «λαογραφία του άστεως», το έργο του καταγράφει δομές, θεσμούς, τρόπους έκφρασης και αντικείμενα της ελληνικής λαϊκής κουλτούρας. Το ανέκδοτο έργο του είναι τεράστιο, μέρος του οποίου είναι λεξικογραφικό. Το «Υπο–Λεξικό», το «Λεξικό του πολιτικού λόγου», το «Ονοματολεξικό» και τα «Φλοράδικα» περιμένουν τη μεταθανάτια επιμέλεια και δημοσίευσή τους.

Το 2005 κυκλοφόρησε το ντοκυμαντέρ “Ηλίας Πετρόπουλος – Ένας κόσμος υπόγειος”, διάρκειας 61′, σκηνοθεσίας Καλλίοπης Λεγάκη, στο οποίο συντελεστές ήταν και ο ίδιος ο Πετρόπουλος λίγο πριν το θάνατό του.

Το 2006 κυκλοφόρησε το βιβλίο “Ελλάδος Κοιμητήρια”.

[Επεξεργασία] Εργογραφία
Μικρά κείμενα 1949-1979
Ρεμπέτικα τραγούδια (1979)
Της φυλακής (1980)
Θεσσαλονίκη: Η πυρκαγιά του ’17 (1980)
Ρεμπετολογία (1990)
Τα μικρά ρεμπέτικα (1990)
Πτώματα, πτώματα, πτώματα… (1990)
Ο τούρκικος καφές εν Ελλάδι (1990)
Ο μύσταξ (1990)
Εγχειρίδιον του καλού κλέφτη (1990)
Το άγιο χασισάκι (1991)
Ψειρολογία (1991)
Το μπουρδέλο (1991)
Topor – τέσσερις εποχές (1991)
Η μυθολογία του Βερολίνου (1991)
Ποιήματα 1968-1974 & 1982-1991 (1993)
Ποτέ και τίποτα (1993)
Η εθνική φασουλάδα και η ομελέτα (1993)
Η φουστανέλα (1993)
Καλιαρντά (1993)
Τα σίδερα – Η λάσπη – Τα μπαστούνια (1994)
Το ταντούρι και το μαγκάλι (1994)
Κυρίως αυτό (κολάζ) (1994)
Η ονοματοθεσία οδών και πλατειών (1995)
Καρέκλες και σκαμνιά (1995)
Υπόκοσμος και καραγκιόζης (1996)
Το παράθυρο στην Ελλάδα (άλμπουμ) (1996)
Άρθρα στην Ελευθεροτυπία (1996)
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης (1998)
Τέσσερις ζωγράφοι (1999)
Η ιστορία της καπότας (1999)
Περίπτερα, αυτοκίνητα, κλουβιά
Η τραγιάσκα (2000)
Καπανταήδες και μαχαιροβγάλτες (2001)
Παροιμίες του υποκόσμου (2002)
Ο Κουραδοκόφτης (2002)
Αρετίνου, ακόλαστα σονέτα
Ιωάννου Αποκάλυψις
Τσόκλης Παλιά Σαλονίκη
Ελληνικές σιδεριές
Ελύτης Μόραλης Τσαρούχης
Δώδεκα τραγουδάκια από την Παλατινή Ανθολογία
Επιστολαί προς μνηστήν (με τον Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλο)
Ελλάδος Κοιμητήρια (2006)

Αντώνης Αντωνάκος

Αυγούστου 30, 2007 - Leave a Response

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΝΕΚΔΟΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΓΙΑ ΝΕΚΡΟΥΣ ΛΗΣΤΕΣ ΚΑΙ ΑΓΡΙΟΥΣ ΑΓΓΕΛΟΥΣ

 

schiele103.jpg

ΓΥΜΝΟΣ

Σ΄ένα ξενοδοχείο
γυμνός
να σε καταβροχθίζει
η γύμνια του άλλου
κι οι γλάροι
έξω εκεί
στην αμμουδιά
ν’ αφήνουν
τις κουτσουλιές τους.

 

schie_rot.jpg

 

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟ ΧΑΡΟ

Γράψε ένα γράμμα στο χάρο
για να τον καλοπιάσεις
σα να γράφεις στο φίλο που θα’ ρθει
νύχτα με τ’ αμάξι για βόλτα

δεν είναι γελοίο όσο και ν’ ακούγεται
γράψε του
για τα θανάσιμα πράγματα που σε κυκλώνουν
δεν πρόκειται να σε παρεξηγήσει
ήδη τη ζωή σου
την έχει μαγαρίσει ο θάνατος των άλλων

ακόμα κι όταν λιώνεις μια κατσαρίδα
ακόμα κι όταν θανατώνεις στρατιές μυρμηγκιών.  

 

retro_nude_1_by_photodad.jpg

 

ΑΓΡΙΕΣ ΣΑΛΠΙΓΓΕΣ

Λατρεύω τα βυζιά και
νιώθω πως
το νιώθουν οι γυναίκες
όταν τις κοιτώ

νιώθω
άγριες σάλπιγγες
να με αναγγέλλουν
να χτυπούνε στα κορμιά τους ξυπνητήρια
καμπάνες να βαρούν
να κυματίζουν οι λεύκες
στο δέρμα τους
ν’ αναβλύζουν οι πόροι τους
ασύστολα αθανασία

τα μεγαλειώδη βυζιά
αξίζουν χίλια ποιήματα
κι άλλα τόσα ευαγγέλια
κι άγιες γραφές
κι αιώνιο πιπίλισμα.

gross1.jpg

 

ΠΟΣΟ ΚΟΥΡΑΓΙΟ

Πόσο κουράγιο
έχει
ο ακροβάτης που λικνίζεται
στον αέρα
σα να αιωρείται
πηδώντας
από άστρο σε άστρο
μέσα στο σύμπαν

πόσο κουράγιο
έχει ο σκουπιδιάρης
να μας μαζεύει τα σκατά
οι πουτάνες
για να τις κατουράνε γέροι ανώμαλοι

αυτά αναρωτιέμαι
καρφωμένος στην καρέκλα
γράφοντας ανώδυνα
τ’ απογευματινό μου ποίημα
χωρίς
να κινδυνεύω να τσακιστώ
χωρίς να ζέχνω
και χωρίς ν’ αρπάζω
ηπατίτιδες
απ’ τους γαμημένους μου πελάτες.

581.jpg

 

Ο ΗΛΙΟΣ ΤΗΣ ΣΕΝΕΓΑΛΗΣ

 

Δεν ξέρω
αν θα φτάσω ποτέ στη Σενεγάλη
μα
ένα βιβλίο όλο σκέφτομαι να γράψω

ο ήλιος της Σενεγάλης

για τις αραπίνες
με κείνα τα στητά βυζιά
που βλέπω στα ντοκιμαντέρ
και τις φωτογραφίες
με τα πλούσια κολιά
που  τα πυρώνει ο ήλιος
κι η κάψα τα σκληραίνει
κι είναι έτοιμα
για γλείψιμο
για αγρυπνίες
και μεθύσια.

 

9452.jpg

ΚΟΛΛΗΜΑΤΑ

 

Πολλοί έχουν κολλήσει
και γράφουν για τη μοναξιά
ο καθένας έχει ένα κόλλημα
άλλος γράφει για το θεό του
άλλος για το γαμιά του
άλλος
νερόβραστα στιχάκια στη γυναίκα του

μα σας διαβεβαιώ
το πιο σοβαρό κόλλημα
είναι
να παίρνεις μάτι
τις γυναίκες
όταν σκύβουν στο ντούζ
να πιάσουν το σαπούνι
κι ο τουρλωμένος κώλος
σε καυλώνει
μια για πάντα.

16771.jpg

ΒΑΛΕ ΕΝΑ ΧΕΡΑΚΙ

Το γαμήσι είναι ευλογία
του είπα
για
να
του
δώσω κουράγιο
αυτός όμως
εκεί
στο χείλος
της αβύσσου
ρουφούσε
τη βότκα του
και κοιτούσε
μακριά
τόσο μακριά
που
δε βρισκόταν
δίπλα μου
παρά μονάχα
όταν κατρακύλησε
στο πάτωμα
μου είπε
βάλε ένα χεράκι.

 

33144.jpg

Άγγελος Ήβος

Ιουλίου 31, 2007 - One Response

nudereclining570pix.jpg

ΥΔΡΑΡΓΥΡΟΣ ΟΡΕΙΒΑΤΗΣ

Κι υδράργυρος λοιπόν νυχτιάτικα,
δραπέτης θερμομέτρων,
ήρθα στα δέκατα του ερωτικού σου πυρετού
αθόρυβα.
Ο πόθος μου, τι ορειβάτης
όταν σκαρφάλωνε παράλληλα
με τους χειμάρρους  των αιμάτων σου,
όταν σερνόταν στα λαγκάδια σου
κι όταν σε τύλιγε, αράχνη σαν,
με αργυρές κλωστές.

Τι εφιάλτης το πρωί
που θα με διώξει
από την Ινδοκίνα της μασχάλης σου
και θα με κάνει πάλι εραστή σου in vitro…

erotic-photography.jpg

ΑΒΕΛ, ΒΑΒΕΛ

Άβελ, Βαβέλ και Τούθμωσης
μπορεί να ήταν κάποτε
η οδοντοστοιχία μου
όταν ανέβαινε τις δόξες των Μαρτίων.

Μετά που μπήκε στην αντίδραση
το μιλιγκράμ του υδροχλώριου
και οι απόγονοι του βάμματος ηλιοτροπίων,
πως να στο πω, μεσ’ στην αναμπουμπούλα,
ήρθε κι ένα φιλί
που ζήταγε το στόμα του αδιαλείπτως,
που είχε, λέει, υπάρξει αστερίας
σε αμμουδερούς βυθούς των Μαορί και των Τολτέκων,
που επί χρόνια επιχρύσωνε τα χείλη του
με κερασιές
και μ’ άλλα ινδικά μπαχαρικά…

Και τι μου ζήτησε, θαρρείς, του αστροναύτη!
Μίαν ανταύγεια του σώματος
σε νύχτα κατασκότεινη,
μίαν απόδραση απ’ το φρενοκομείο του αστραγάλου της!

Εγώ, το ξέρετε , δεν είχα να πλερώσω
μηδέ το περατάρι για τον Χάροντα
- μία δανάκη, λέω-
μηδέ τα ενοίκια της άνοιξης στην κεφαλή μου,
μηδέ τα βόλια του Ιμπραήμ στην Πάτμο των ματιών της!
Τόσο φτωχός, που λέμε,  τόσο ανήμπορος
τόσο ποτάμιος,
-περίπου Ρήνος δίχως Αλσατία-
ξεβράστηκα σαν Οδυσσεύς στη Ναυσική σου αγκάλη,
χώθηκα σιωπηλός
στο κίτρινο επινεφρίδιο της αγωνίας μου,
έλαβα μέρος στη  αφαίμαξη του παρελθόντος
-πάντα εκτός συναγωνισμού-
έχασα; κέρδισα; ποιος ξέρει και ποιος νοιάζεται,
ποια περιστέρια αγάπησα ως Νώε,
ποια χέρια έσφιξε η υποκρισία μου,
ποιους στεναγμούς έκανα γέφυρα
να παρελάσουν τα φολκλόρ της υστερίας μου,
ποιον αετό σημάδεψε το μάτι μου
που ήταν η καρδία του η καρδιά μου,
ποια βάρκα έσυρα στον ύφαλο του στήθους σου
να ναυαγήσω ,
ποιες μέρες μου οδηγήθηκαν σε εικονική εκτέλεση,
ποια φώτα έσβησαν  ζηλεύοντας
μία πυγολαμπίδα της μασχάλης σου,
και ποιος φοβόταν πράγματι
τη Βιργινία Λύκου;

Ας μην τα απαντήσουμε αυτά απόψε.
Στρώσε  το σώμα σου να κοιμηθώ.
Νανούρισέ με!
 

0115erosthana.jpg

ROBERT DESNOS

Ιουνίου 22, 2007 - Leave a Response

Μετάφραση ,σημείωμα: KΩΣΤΑΣ  ΡΙΤΣΩΝΗΣ     

Aνακαλύπτοντας την  αυτόματη γραφή οι υπερρεαλιστές για να την προκαλέσουν κατέφευγαν συχνά σε <ειδικούς> και τους υπνώτιζαν.Mετά από αυτές τις συνεδριάσεις υπνωτιστικού ύπνου διηγόντουσαν μεταξύ τους τις <εμπειρίες> τους και ξεσπούσαν στα γραφτά τους…Απ’τους πρώτους στο κίνημα <1922> ο Robert Desnos.

Μιλά συχνά για σκιές και για φαντάσματα γυναικών.Στην ποίησή του που μοιάζει με καταγραφή ονείρων <ο ίδιος είχε εργαστεί και σαν μέντιουμ> η πίκρα του έρωτα και της μοναξιάς εμφνίζεται συνήθως σε μεγάλα πεζά ποιήματα αλλού ατόφια υπερρεαλιστικά κι αλλού σαν λαϊκά παραμύθια.Οι εμπειρίες του από τα όνειρα, που τα κατέγραφε από μικρό παιδί, μπολιάζονται και με λαϊκές κουβέντες ή λογοπαίγνια-ακούσματα από τη λαχαναγορά του Παρισιού όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια.
     

Βασικό του βιβλίο είναι το ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΑΓΑΘΑ που περιέχει τα καλλίτερα ποιήματα της φλογερής νεότητάς του <γεμάτη πάθος, δημοσιεύσεις, μανιφέστα και έριδες>. Αποχώρησε από τον υπερρεαλισμό το 1930.Έλαβε μέρος στην αντίσταση κατά των Γερμανών και πέθανε από κακουχίες το 1945 στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως της Τερεζίνας.

desnos_chantefables1.jpg

 

 

ΤΑ  ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΑ  ΤΟΥ  ΥΠΝΟΥ

Μέσα  στη  νύχτα  υπάρχουν  φυσικά  τα  επτά  θαύματα  του  κόσμου  και  το  μεγαλείο  και  το  τραγικό  και  η  γοητεία.
        Τα  δάση  εκεί  σκοντάφτουν  συγκεχυμένα  με  πλάσματα  απ’ το  θρύλο κρυμμένα  μέσα  στ’ άβατα.
        Υπάρχεις  εσύ.
        Μέσα  στη  νύχτα  υπάρχει  το  βήμα  του  περιπατητή  και  το  βήμα  του  δολοφόνου  και  το  βήμα  του  αστυφύλακα  και  το  φως  του  φαναριού  του  δρόμου  και  το  φως  του  φαναριού  του  ρακοσυλλέκτη.
        Υπάρχεις  εσύ.
        Μέσα  στη  νύχτα  περνούν  τα  τρένα  και  τα  καράβια  και  η  οπτασία  των  τόπων  που  .έχουν  πάντα  μέρα. Οι  τελευταίες  πνοές  απ’ το  λυκόφως  και  τα  πρώτα  ρίγη  της  αυγής.
        Υπάρχεις  εσύ.
        Ένας  σκoπός  από  πιάνο, ένας  πάταγος  φωνών.
        Μια  πόρτα  χτυπά. Ένα  ρολόι.
        Και  όχι  μόνο  τα  όντα  και  τα  πράγματα  και  οι  θόρυβοι  απ’τ’άψυχα
        Μα  ακόμα  κι  εγώ  που  διώκομαι  και  χωρίς  σταματημό  ξεπερνιέμαι.
        Υπάρχεις  εσύ  η  σφαγιασμένη, εσύ  που  περιμένω.
        Καμιά  φορά  ξένες  μορφές  γεννιούνται  στις  στιγμές  του  ύπνου  κι  εξαφανίζονται.
        Όταν  κλείνω  τα  μάτια, ανθίσματα  φωσφορικά  εμφανίζονται  και  μαραίνονται  και  ξαναγεννιούνται  σαν  εύσαρκα  πυροτεχνήματα.
        Χώρες  άγνωστες  που  τις  διατρέχω  με  συντροφιά  μου  πλάσματα.
        Υπάρχεις  σίγουρα  εσύ, ω  όμορφη  κι  εχέμυθη  κατασκοπίνα.
        Και  η  χειροπιαστή  ψυχή  του  εύρους.
        Και  τα  αρώματα  του  ουρανού  και  τα  αστέρια  και  το  τραγούδι  του  κόκκορα  εδώ  και  δυο  χιλιάδες  χρόνια  και  η  κραυγή  του  παγωνιού  μέσα  σε  πάρκα  φλεγόμενα  και  φιλιά.
        Χέρια  που  σφίγγονται  σκυθρωπά  μέσα  σ’ένα  χλωμό  φως  και  άξονες  τροχών  που  τρίζουν  πάνω  σε  τρομαγμένους  δρόμους.
        Υπάρχεις  εσύ  ασφαλώς  που  δε  σε  γνωρίζω,  που  σε  γνωρίζω  αντίθετα.
        Αλλά,  παρούσα  στα  όνειρά  μου,  επιμένεις  ν’αφήνεσαι  να  σε  μαντεύω  χωρίς   να  εμφανίζεσαι.
        Εσύ  που  παραμένεις  άπιαστη  μες  στην  πραγματικότητα  και  μέσα  στο  όνειρο.
        Εσύ  που  μου  ανήκεις  από  τη  θέληση  μου  να  σε  κατέχω  μέσα  στην  αυταπάτη  αλλά  δεν  πλησιάζεις  το  πρόσωπό  σου  στο  δικό  μου  στα  μάτια  μου  που  είναι  το  ίδιο  κλειστά  στο  όνειρο  και  στην  πραγματικότητα.
        Εσύ  που  είσαι  η  βάση  των  ονείρων  μου  και  τραντάζεις  το  πνεύμα  μου  το  γεμάτο  μεταμορφώσεις  και  μου  αφήνεις  το  γάντι  σου  όταν  σου  φιλώ  το  χέρι.
        Μέσα  στη  νύχτα  υπάρχουν  τα  άστρα  και  η  σκοτεινή  κίνηση  της  θάλασσας,  ποτάμια,  δάση,  πολιτείες,  χορτάρια,  πνευμόνια  εκατομμυρίων  όντων.
        Μέσα  στη  νύχτα  υπάρχουν  τα  θαύματα  του  κόσμου.
        Μέσα  στη  νύχτα  δεν  υπάρχουν  φύλακες  άγγελοι,  όμως  υπάρχει  ο  ύπνος.
        Μέσα  στη  νύχτα  υπάρχεις  εσύ.                                                            
        Μέσα  στη  μέρα  το  ίδιο.

untitled-2.jpg

                                         Σ’ ΕΧΩ  ΤΟΣΟ  ΠΟΛΥ  ΟΝΕΙΡΕΥΤΕΙ

        Σ’ έχω  τόσο  πολύ  ονειρευτεί  που  χάνεις  την  πραγματικότητά  σου.
        Υπάρχει  ακόμα  χρόνος  να  προφτάσω  αυτό  το  ζωντανό  κορμί  και  να  φιλήσω  σ’ αυτό  το  στόμα  τη  γέννηση  της  φωνής  που  μου  είναι  τόσο  αγαπητή;
        Σ’ έχω  τόσο  πολύ  ονειρευτεί  που  τα  μπράτσα  μου  συνηθισμένα  απ’ το  αγκάλιασμα  του  ίσκιου  σου,  να  σταυρώνονται  πάνω  στο  στήθος  μου,  μπορεί  να  μην  υποταχτούν  στο  περίγραμμα  του  κορμιού  σου.
        Και  μπρος  στην  αληθινή  όψη  αυτού  που  με  κατέχει  και  με  κυβερνά  εδώ  και  μέρες  και  χρόνια  θα  γινόμουν  σίγουρα  μια  σκιά.
        Ω  αισθηματικές  ταλαντεύσεις.
        Σ’ έχω  τόσο  πολύ  ονειρευτεί  που  σίγουρα  δεν  υπάρχει  πια  χρόνος  για  να  ξυπνήσω.  Κοιμάμαι  όρθιος,  το  κορμί  μου  εκτεθειμένο  σ’όλες  τις  όψεις  της  ζωής  και  του  έρωτα  κι  εσύ  η  μόνη  που  μετράς  για  μένα  σήμερα,  θα  μπορούσα  τουλάχιστον  ν’ ακουμπήσω  το  μέτωπο  και  τα  χείλια  σου  σαν  τα  πρώτα  χείλια  που  φτάσαν  και  σαν  το  πρώτο  μέτωπο.
        Σ’ έχω  τόσο  πολύ  ονειρευτεί,  σ’ έχω  τόσο  βαδίσει,σ’ έχω  τόσο  πολύ  μιλήσει,  ξαπλώσει  με  το  φάντασμά  σου  που  ίσως  δε  μου  μένει  πια  παρά  να  είμαι  φάντασμα  ανάμεσα  στα  φαντάσματα  και  πιο  σκιά  εκατό  φορές  πιο  πολύ  κι  απ’  τη  σκιά  που  περπατά  κι  όλο  θα  περπατά  χαρούμενη  πάνω  στο  ηλιακό  ρολόι  της  ζωής  σου.

exlibris3.jpg

                                     Η  ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ  ΤΩΝ  ΕΙΚΟΝΩΝ

        Xτυπιέμαι  με  μανία  ενάντια  σε  μπουκάλια  και  σε  ζώα.
        Εδώ  και  λίγο  χρόνο  περίπου  δέκα  ώρες  πέρασαν  η  μια  μετά  την  άλλη.
        Η  όμορφη  κολυμβήτρια  που  φοβόταν  το  κοράλλι  ξύπνησε  αυτό  το  πρωινό.
        Το  κοράλλι  στεφανωμένο  με  πρίνους  χτυπά  την  πόρτα  της.
        Αχ!  Το  κάρβουνο  ξανά  πάντα  το  κάρβουνο.
        Σε  ικετεύω  κάρβουνο  σοφέ  κηδεμόνα  του  ονείρου  και  της  μοναξιάς  μου  άφησέ  με  άφησέ  με  να  μιλήσω  ξανά  με  την  όμορφη  κολυμβήτρια  που  φοβόταν  το  κοράλλι.
        Μην  τυραννάς  πια  αυτό  το  γοητευτικό  θέμα  των  ονείρων  μου.
        Η  όμορφη  κολυμβήτρια  ξεκουραζόταν  πάνω  σ’ ένα  κρεβάτι  από  δαντέλες  και  πουλιά.
        Τα  ρούχα  πάνω  σε  μια  καρέκλα  στου  κρεβατιού  το  πόδι  ήτανε  φωτισμένα  με  λάμψεις  απ’ τις  τελευταίες  λάμψεις  πού ‘βγαζε  το  κάρβουνο.
        Κι  αυτό  φερμένο  απ’ τα  βάθη  του  ουρανού  και  της  γης  και  της  θάλασσας  ήταν  περήφανο  για  το  ράμφος  του  από  κοράλλι  και  για  τα  μεγάλα  μεταξένια  του  φτερά.
        Όλη  νύχτα  είχε  λάβει  μέρος  σε  διάφορες  κηδείες  σε  νεκροταφεία  στα  προάστια
        Είχε  παραστεί  σε  χορούς  μες  σε  πρεσβείες  διαπρέποντας  με  το  αποτύπωμά  του  ένα  φύλλο  από  φτέρη  άσπρων  βελουδένιων  φουστανιών.
        Ορθώθηκε  τρομαχτικό  στην  πλώρη  καραβιών  και  τα  καράβια  δεν  ξαναγύρισαν.
        Τώρα  ζαρωμένο  μέσα  στην  εστία  παραφύλαγε  το  ξύπνημα  του  αφρού  και  το  τραγούδι  της  χύτρας.
        Το  ηχηρό  του  βάδισμα  ενόχλησε  την  ησυχία  τις  νύχτες  μέσα  σε  δρόμους  με  εύηχα  λιθόστρωτα.
        Κάρβουνο  εύηχο  κάρβουνο  αφέντη  του  ονείρου  κάρβουνο.
        Αχ  πες  μου  πού  είναι  εκείνη  η  όμορφη  κολυμβήτρια  εκείνη  η  κολυμβήτρια  που  φοβόταν  το  κοράλλι;
        Αλλά  η  κολυμβήτρια  αυτή  η  ίδια  αποκοιμήθηκε.
        Και  βρίσκομαι  πρόσωπο  με  πρόσωπο  με  τη  φωτιά  κι  όλη  τη  νύχτα  θα  μείνω  ρωτώντας  το  κάρβουνο  με  τα  ερεβώδη  φτερά  που  επιμένει  να  προβάλλει  πάνω  στο  μονότονο  δρόμο  μου  τη  σκιά  των  καπνών  του  και  την  τρομαχτική  αντανάκλαση  της  χόβολης  του.
        Κάρβουνο  εύηχο  κάρβουνο  άσπλαχνο  κάρβουνο.

picasso5.jpg

                                          ΜΕ  ΤΗ  ΒΟΗΘΕΙΑ  ΤΗΣ  ΝΥΧΤΑΣ

        Γλιστρώντας  μέσα  στη  σκιά  σου  με  τη  βοήθεια  της  νύχτας.
        Ακολουθώντας  τα  βήματά  σου,  η  σκιά  σου  στο  παράθυρο.
        Αυτή  η  σκιά  στο  παράθυρο  είναι  δικιά  σου,  δεν  είναι  κάποιας  άλλης,  είσαι  εσύ.
        Μην  ανοίγεις  αυτό  το  παράθυρο,  αυτό  το  παράθυρο  που  κουνιέσαι  πίσω  απ’ τις  κουρτίνες  του.
        Κλείσε  τα  μάτια.
        Θά’ θελα  να  στα  κλείσω  με  τα  χείλια  μου.
        Αλλά  το  παράθυρο  ανοίγει  κι  ο  αέρας, ο  αέρας  που  κουνά  παράξενα  την  φλόγα  και  τη  σημαία  κυκλώνει  τη  φυγή  μου  με  το  παλτό  του.
        Ανοίγει  το  παράθυρο  ανοίγει  κι  ο  αέρας,  ο  αέρας  που  κουνά  παράξενα τη  φλόγα  και  τη  σημαία  κυκλώνει  τη  φυγή  μου  με  το  παλτό  του.
        Ανοίγει  το  παράθυρο:  δεν  είσαι  εσύ.
        Το  γνώριζα  καλά.

desnos_robert_centrale_1924.jpg


Αντώνης Αντωνάκος

Ιουνίου 19, 2007 - One Response

Ποιητής, αναρχικός, πολέμιος κάθε μορφής εξουσίας,ακάματος συλλέκτης χαδιών, ερώτων και άλλων δαιμονίων.
Γεννήθηκε το 1972 σε μαιευτήριο του Αγρινίου. Έκτοτε ζει.
Εργογραφία:
 
Το φθινόπωρο του στρατιώτη, εκδόσεις πάροδος 1996     
Η μυθολογία των ανώνυμων κοριτσιών, εκδόσεις μανδραγόρας 2003

dionisos_fallos.jpg

ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΦΑΛΛΩΝ ΤΗΣ ΔΗΛΟΥ
Ποιος να σακάτεψε άραγε της Δήλου τους φαλλούς;
Ποιος στρατηγός αγάμητος να διέταξε τα βάρβαρα σφυριά
                να σπάσουνε τους ανδρειωμένους πούτσους!
Που σαν κανόνια στέκονταν αιώνες καυλωμένοι
κι είχαν στη μπούκα τους τα πιο εξαίσια μουνιά.
Κι είναι τ’ αστέρια τώρα κι οι πλανήτες
το σπέρμα το χυμένο τους
κομήτες σπερματόζωα στου σύμπαντος τη μήτρα!

Να’ ταν υπάλληλοι βυζαντινοί στρατιώτες του Ιησού,
ορδές του γιεχωβά
                     που δεν αντέχαν την αλήθεια!
Να’ ταν Εβραίοι σοφοί όπου και σήμερα
τη φύση διορθώνουνε οι άμοιροι με τη περιτομή!
ή να’ ταν μουσουλμάνοι που φοράνε στα κορίτσια φερετζέ
για να μη βλέπουνε τη γύμνια ενσαρκωμένη του θεού
                    στο πρόσωπό τους.
Και φτιάξανε οι Έλληνες για να τιμήσουν
                    την αιώνια γυναίκα
ένα νησί σπαρμένο με φαλλούς μες το Αιγαίο
και φτιάξαν έναν κήπο από πέτρινα λουλούδια
έναν ναό υπαίθριο κι απέραντο
όπου θα κατοικεί μονάχα η Αφροδίτη
                      και ο Άγιος φαλλός
ο μέγας πολιούχος των ερώτων.        

h102.jpg

 ΘΑΝΑΤΩ ΘΑΝΑΤΟΝ ΠΑΤΗΣΑΣ

Ζεστά βυζιά του κοριτσιού
Που τα’ χει κλώσει ο ήλιος
Περήφανα διαβαίνουνε τραντάζοντας τ’ αλέτρια
Και λιάζονται γυμνά και πλαταγίζουν
Ως αρχέτυπα λωτών στις πυρωμένες στέπες
Των εραστών χαλκεύοντας την αγριεμένη κάψα
Εν μέσω αναστεναγμών, ζητωκραυγών
Και άλλων αντηχήσεων
Ως μπάντες κωμοπόλεων με λάγνα εμβατήρια
Ως κανονιές που χύνουνε το σπέρμα στις λαγόνες
Θανάτω θάνατον πατήσας στους αιώνες. 

rops05.jpg

 ΟΙ ΛΕΓΕΩΝΕΣ

Περνούν τα δροσερά κορίτσια, οι λεγεώνες
Ορμητικά, με τις ερπύστριες των βυζιών τους
Και της λαγνείας τ’ άγρια ποδοβολητά
Περνούν με τούμπανα και ιαχές
Απ’ τα ένδοξα κρεβάτια
Ένας στρατός ολόκληρος
Ένας στρατός της ηδονής
Αρματωμένος με τα υγρά
της πιο λαμπρής Αχερουσίας.

becat8.jpg

Άγγελος Ήβος

Ιουνίου 11, 2007 - Leave a Response

Ποιητής ελάσσων, παρεπιδημών εις τα δυτικά έλη της ελληνικής επαρχίας. Θεματογραφία απλή έως και απλοϊκή: η γυνή, ο θάνατος και ο έρως – σαρκικός μάλλον .
Γλωσσικός κώδιξ: ανάμεικτος, στρυφνός, επιρρεπής εις λογοπαίγνια. Κατ’ανάγκην δυσμετάφραστος.
 
Εργογραφία :
 
 Παραδόσεις Απαλής Ανατομίας ( Ιβυκος 1999)
 Νηών Κατάλογος ( Ιβυκος 2002)
 Των Γυναικών τα Στήθη ( Ιβυκος 2004),
 Εικαστική Απεικόνισις Έκτορος Κακναβάτου (κυκλοφόρησαν δοκίμια έξι)

Έργα άλλα, με ονόματα άλλων

 Ψ-ολυμπιάς ( Περίπλους 2004)
 Τα Μυστήρια των Ταμπελών ( Ίβυκος…)
 Εγχειρίδιο Αρχαιοκαπηλίας ( Περίπλους 2002)
 Ξερολιθιά ( Πάροδος 2000)
 Ορέων και Θανάτων ( Ίβυκος 1999)
 Αχε ( Μαυρίδης 1980)

Προσεχώς 
 Η ερωτική γεωγραφία των Ελλήνων ( Λεξικό)
 Το Κατά Ήβον Ευαγγέλιον

 ΑΠΟΣΤΑΚΤΗΡ ΕΝΥΠΝΙΩΣ ή Περί πτερωτών και απτέρων.
Εάν δεν είχε γίνει η προσάρτηση του στήθους σου
στην αυτοκρατορία των Σελευκιδών,
εάν δεν είχα κατά κράτος νικηθεί
σε μάχη κρίσιμη παρά τον Δούναβη
-εκεί ακριβώς που είχε ηττηθεί ολονυκτίως
το φιλί μου
και τράβηξε μετά όσα τράβηξε
στην εξορία-
θα είχα το πρωί ξυπνήσει με φτερά
πράσινα κατά πιθανότητα
ιδίως στο ζερβό μου μάτι.
Αλλά εσένα τι στα λέγω αυτά…
Εσύ δε γοητεύεσαι από τους νικημένους έρωτες
κι ούτε οι λόγοι του υποθετικού
σε συνεπαίρνουν.
Εσύ να πας μ’ όσους νικούν
και να στολίζεις τους θριάμβους τους
σε κάθε Ρώμη.
Να γίνεις Νίκη εσύ
κι ας μείνω εγώ ο άπτερος
Κι έτσι τουλάχιστον ο εαυτός σου θα ’μαι

ΚΕΔΡΟΣ ΑΠΡΟΣΚΛΗΤΟΣ

Κέδρος απρόσκλητος
σε βαρετά γενέθλια επιρρημάτων,
είχα τα χείλη μελανά
- εις ένδειξιν  θανάτου-
και μία ρίζα ορατή να βγαίνει
απ’ τον καπνό της λέμφου μου,
να πλησιάζει  ως  αντιστάθμισμα
την ερυθρή παλίρροια
που είναι μάλλον τέταρτος
αντίχειρας σε εξορία.

Κατά πολύ αυτόματος
με  αντιδράσεις ρουμπινιών,
με ημίχρυσα γρανάζια,
με ελβετίες παρειές,
με μετρημένο χρόνο,
είπα πως το ποδήλατο της αμαρτίας σου
δεν είχε φρένα
όταν διέσχιζε
της Άρτεμης την ανατολική φαρέτρα,
που ήταν δυτικά μηρός,
βορείως φέρετρο
και νότια φενάκη.

Κατά πολύ  Σκεντέρμπεης  εξάλλου,
με σταυραϊτούς στο απόγευμα του βλέμματός μου,
με αγριόχηνες στα νύχια μου,
όταν ξυπνούσα σε από γεράκι όνειρο
και ούρλιαζα σαν μώλωπας
που έχασε  την ένδοξη στολή του από κρέατα
παραμονές καρναβαλιού,
παραμονές
μιας ατιμωτικής παράδοσης
του λεπιδόπτερου προπύργιου
που ονομαζόταν Μαριάμ,
ασχέτως αν στη γειτονιά
τη φώναζαν μεγάλη καταχύστρα
ή τάφρο με κροκόδειλους άνευ ουραίων πτερυγίων.

Μωρό μου, καροτσάκι μου, πιπίλα μου
μικρό μου ερείπιο μαϊντανών,
μικρή μου καρυδόπιτα καλοκαιριών,
μικρό μου χέρι, πιάσε με, γλιστρώ, δεν έχω  χέρι!

  

ΓΕΝΕΘΛΙΑ

Τα τρίμματα του ρολογιού μου
τα αποκάλεσες κατάμουτρα παράλογα,
διαστροφικά,
πως δήθεν αναστάτωσαν τη σούπα της ζωής σου,
πως έπεφταν στα ρούχα σου,
σε λέκιαζαν
ακόμα και στις αμασχάλες,
που μέχρι χτες
ήταν αντίδωρο χωρίς πιστούς,
εσπερινός δίχως απόβραδο…

Γιατί λοιπόν να μην εξεγερθώ σαν μπολσεβίκος
που ξεφύτρωσε
στο σκουριασμένο και τετανικό
βρεγματικό του Μαρξ
και ούρλιαζε για μίαν ένεση
σε αγροτικό ιατρείο;

Ορίστε: τι κατάφερες;
Πόσους στ’ αλήθεια αχινούς θα κουβαλήσεις
στο βυθό των εξισώσεων,
πόσα αστέρια θ’  αφαιρέσεις απ΄ τον ουρανό
μέχρι να βγει το έλλειμμα του οργασμού στο σύμπαν;

Έπρεπε να σε προλάβω πριν
να γεννηθείς,
τότε, θυμήσου, που ακροβάτησες
σ’ έναν ομφάλιο λώρο ιριδίζοντα
τότε, θυμήσου, που ξεγέλασες
την εφηβεία με υποσχέσεις
με «σ’ αγαπώ», με τύμπανα, με διαμερίσματα
και προπαντός με δούρειους ίππους
που είχαν μέσα τους έναν Έκτορα
ημιθανή μα ερωτύλο
κι ακόμα τον Μαχάωνα ως πεταλούδα,
το Διομήδη ως βογκητό Ρωξάνης,
την Πενθεσίλεια ως λεσβία
και βέβαια
μια κατακόκκινη, φρεσκοπλυμένη πυροσβεστική
που ονομάζονταν Εκάβη.

Κι αν έπρεπε…
Κι αν έπρεπε…
Πολύ αργά!
Πώς να ξαναγυρίσει ο Σκάμανδρος
πίσω προς την πηγή του,
όταν προσμένουν τόσα πτώματα
στις εκβολές,
όταν το δέλτα του της ήβης είναι λάσπη.

Ομολογώ: υπαίτιος!
Πυροβολώ τον εαυτό μου στο απόσπασμα.
Μη, μη! Κανείς μην πει «άρξατε πυρ»
πριν να σας γνέψω.

Αφήστε τον, έχει και τελευταία επιθυμία!

Διοικητά, να του αφαιρέσω το μαντήλι απ’ τα μάτια;
Τα χέρια να του λύσω;
Φαίνεται ήρεμος.
Κάτι ψελλίζει. Μου γελάει!

Ελεύθερος, ας μείνει ελεύθερος!

Μα τι βλακείες είν’ αυτές…
Όχι αυτόν!
Τον σκοπευτή επιθυμώ ελεύθερο
δια παντός.

Έπεσε!
Τι δέντρο πάλι αυτός ο άντρας!
Πολλών μηνών τσεκούρια στόμωσε.
Μας κούρασε.
Να φύγει απ’ τη σκηνή,
το αίμα πλυν’τε.
Κι εσείς γυναίκες να μην κλάψετε.
Αν δεν μπορεί ο δήμος του,
θα αναλάβει ο δήμιος το ξόδι.
Μην κλαίτε λέω.

ΑΥΛΑΙΑ