ήρεμα, βλάκα
πρέπει να δεχτείς την
πραγματικότητα
είτε
κάθεσαι μπροστά από μια πρέσα όλη μέρα είτε
γυρνάς σπίτι
πτώμα απʼ το εργοστάσιο χαρτόκουτων
για να βρεις
τρία πιτσιρίκια να πετάνε βρώμικες μπάλες του τένις
στους τοίχους ενός
δυαριού και τη
χοντρή γυναίκα σου να κοιμάται ενώ
καίγεται το φαγητό.
πρέπει να δεχτείς την
πραγματικότητα
που επικρατεί σε έθνη με
πυρηνικά αποθέματα αρκετά νʼ
ανατινάξουν το κέντρο της
γης
και να ελευθερώσουν τελικά
τον Διάβολο
τον Ίδιο
που ξερνάει την κόκκινη φωτιά του υγρού
ολέθρου.
πρέπει να δεχτείς την
πραγματικότητα
καθώς διαστέλλονται και σπάνε
οι τοίχοι του τρελάδικου
και τρομοκρατημένοι οι παράφρονες
πλημμυρίζουν τους
άγριους δρόμους.
πρέπει να δέχεσαι την τρομερή
πραγματικότητα.

πετώντας το ξυπνητήρι
ο πατέρας μου έλεγε πάντα: «νωρίς στο κρεβάτι και
νωρίς στο πόδι, ο άντρας γίνεται υγιής, πλούσιος
και σοφός».
τα φώτα στο σπίτι μας έσβηναν στις οχτώ
σηκωνόμασταν χαράματα απʼ τη μυρωδιά του
καφέ, του τηγανιτού μπέικον και των χτυπητών
αυγών.
Σʼ όλη του τη ζωή, ο πατέρας μου έμεινε πιστός στο
πρόγραμμα
Αυτό.
πέθανε νέος, απένταρος,
κι όχι ιδιαίτερα
σοφός, νομίζω.
Μετά απʼ αυτή τη διαπίστωση, απέρριψα τις συμβουλές του
κι έτσι
αργά έπεφτα στο κρεβάτι κι αργά ξυπνούσα: το μεσημέρι.
δεν ισχυρίζομαι ότι κατέκτησα
τον κόσμο αλλʼ απέφυγα τουλάχιστον
τα πρωινά μποτιλιαρίσματα, γλίτωσα από κάμποσες παγίδες
γνώρισα παράξενους, υπέροχους
ανθρώπους
ένας απʼ τους οποίους
ήταν
ο εαυτός μου – κάποιος που ο πατέρας μου
δεν γνώρισε
ποτέ.

μέρη για να πεθάνεις και μέρη για να κρυφτείς
καμιά ελπίδα.
τίποτα.
βάλε τα παπούτσια σου,
βγάλʼ τα.
πάρε το ποδήλατο και πέρνα μέσʼ από ʼνα πάρκο στο
Παρίσι.
διάβασε τα μεγάλα έργα της εποχής μας.
τίποτα.
δες τον ακροβάτη να πέφτει και να πεθαίνει.
καμιά ελπίδα.
ανοιγόκλεισε τα μάτια σου, ξύσε τη μύτη σου.
τίποτα.
κάτσε στην πολυθρόνα του οδοντιάτρου και προσηλώσου
στο πρόσωπο του Θεού.
τίποτα.
δες το έκτο άλογο να ορμάει απʼ την πύλη σαν μπάλα
κανονιού.
καμιά ελπίδα.
το όγδοο άλογο την έβαψε.
καμιά ελπίδα στο Βέγκας.
καμιά ελπίδα στο Μόντε Κάρλο.
καμιά ελπίδα εδώ στη Νότια Καλιφόρνια.
καμιά ελπίδα στο Βόρειο Πόλο.
βάλε τα παπούτσια σου,
βγάλʼ τα.
τίποτα.
τα παράθυρα γυαλίζουν τούτο το μαύρο πρωινό
ένας Κινεζο-εβραίος τρέμει μες στην παγωνιά.
θάβω τον πατέρα μου με πράσινο πανωφόρι.
καμιά ελπίδα.
δεν αντέχω τις συμφορές αλλά πρέπει νʼ αντέξω.
είναι έμφυτο,
δεν μπορώ να ξεφύγω.
να τα παπούτσια μου κάτω απʼ το κρεβάτι.
κοίτα τα.
παγωμένα, νεκρά, με τα κορδόνια τους.
Ελπίδα καμιά.
η θλίψη ωρύεται, χτυπιέται στους τοίχους.
μια απʼ τις γάτες μου κοιτάζει κάτι αθέατο.
χαμογελάω, κουνάω το κεφάλι.
τίποτα.
τίποτα καινούργιο.
σκίζω το σελοφάν απʼ το πούρο μου.
τίποτα δεν συμβαίνει.
ο πολιτισμός καταρρέει και σπάει σαν τεράστιο κύμα.
μια πεταλουδίτσα μπαίνει επιφυλακτικά στο δωμάτιο.
η μουσική σταματάει.

απολογισμός
κι άλλες χαμένες μέρες,
ξεκοιλιασμένες μέρες,
εξατμισμένες μέρες.
κι άλλες χαραμισμένες μέρες,
σπαταλημένες μέρες,
δαρμένες μέρες,
ακρωτηριασμένες.
το πρόβλημα είναι ότι
το άθροισμα των ημερών
μας κάνει μια ζωή,
τη ζωή μου.
κάθομαι εδώ
εβδομήντα τριών χρονών
ξέροντας ότι ξεγελάστηκα
τα ʼκανα θάλασσα?
τσιγκλάω τα δόντια μου
με μια οδοντογλυφίδα
που
σπάει.
ο θάνατος θα ʼπρεπε να ʼρχεται εύκολα:
σαν εμπορικό τρένο που
δεν τʼ ακούς όταν
έχεις
την πλάτη γυρισμένη.

16-bit intel 8088 chip
with an Apple Macintosh
you can’t run Radio Shack programs
in its disc drive.
nor can a Commodore 64
drive read a file
you have created on an
IBM Personal Computer.
both Kaypro and Osborne computers use
the CP/M operating system
but can’t read each other’s
handwriting
for they format (write
on) discs in different
ways.
the Tandy 2000 runs MS-DOS but
can’t use most programs produced for
the IBM Personal Computer
unless certain
bits and bytes are
altered
but the wind still blows over
Savannah
and in the Spring
the turkey buzzard struts and
flounces before his
hens.

young in new orleans
starving there, sitting around the bars,
and at night walking the streets for
hours,
the moonlight always seemed fake
to me, maybe it was,
and in the French Quarter I watched
the horses and buggies going by,
everybody sitting high in the open
carriages, the black driver, and in
back the man and the woman,
usually young and always white.
and I was always white.
and hardly charmed by the
world.
New Orleans was a place to
hide.
I could piss away my life,
unmolested.
except for the rats.
the rats in my dark small room
very much resented sharing it
with me.
they were large and fearless
and stared at me with eyes
that spoke
an unblinking
death.
women were beyond me.
they saw something
depraved.
there was one waitress
a little older than
I, she rather smiled,
lingered when she
brought my
coffee.
that was plenty for
me, that was
enough.
there was something about
that city, though
it didn’t let me feel guilty
that I had no feeling for the
things so many others
needed.
it let me alone.
sitting up in my bed
the llights out,
hearing the outside
sounds,
lifting my cheap
bottle of wine,
letting the warmth of
the grape
enter
me
as I heard the rats
moving about the
room,
I preferred them
to
humans.
being lost,
being crazy maybe
is not so bad
if you can be
that way
undisturbed.
New Orleans gave me
that.
nobody ever called
my name.
no telephone,
no car,
no job,
no
anything.
me and the
rats
and my youth,
one time,
that time
I knew
even through the
nothingness,
it was a
celebration
of something not to
do
but only
know.
from: Last Night on Earth Poems, 1992
Ο Τσαρλς Μπουκόφσκι γεννήθηκε στις 16 Αυγούστου του 1920, στη γερμανική πόλη Άντερναχ (Andernach). H μητέρα του ήταν Γερμανίδα και ο πατέρας του ένας Πολωνο-Αμερικάνος στρατιώτης, ο οποίος ήταν μέρος της στρατιωτικής δύναμης που είχε μείνει στη Γερμανία μετά τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η οικογένεια μετανάστευσε στο Λος Άντζελες, όταν ο Τσαρλς ήταν μόλις δύο ετών, ένα μέρος που τον επηρέασε πάρα πολύ στα γραπτά του.
O πατέρας του Τσαρλς αναφέρεται συχνά κι από τον ίδιο ως αρκετά βίαιος και κλειστόμυαλος άνθρωπος. Προσπαθούσε να είναι απόλυτα νομοταγής, και άποπειράθηκε να εμφυτεύσει στον γιο του τα δικά του ιδανικά, ώστε εκείνος να γίνει ένα παραγωγικό και ωφέλιμο μέλος της κοινωνίας. Συχνά ήταν άνεργος και έβγαζε τον πόνο και την αγωνία του πάνω στον Τσαρλς, δέρνοντάς τον επανειλημμένα μέχρι τα δέκα του χρόνια. Το αποτέλεσμα ήταν ο Μπουκόφσκι να αρχίσει να νιώθει την εγκατάλειψη και την απομόνωση, και να μένει συνειδητά άπραγος με την έννοια της εναντίωσης, όχι μόνο απέναντι στον πατέρα του, αλλά και σε ολόκληρη την κοινωνία. Ο πατέρας του Τσαρλς τον επηρέασε πάρα πολύ στη ζωή του αλλά και στα γραπτά του. Είναι βασικός χαρακτήρας στη θεματολογία του, και γράφει γι’ αυτόν ακόμα και στα τελευταία του ποιήματα στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου, λίγο πριν πεθάνει.
Κατά τα σχολικά του χρόνια, ο Μπουκόφσκι διάβασε πολύ. Όταν αποφοίτησε, γράφτηκε στο κολέγιο του Λος Άντζελες για να σπουδάσει δημοσιογραφία και λογοτεχνία, ώστε να γίνει συγγραφέας. Ένα χρόνο μετά, η μητέρα του έγινε έξαλλη όταν ανακάλυψε κάποια κείμενά του, με τα οποία και τάισε τη μηχανή κουρέματος του γκαζόν. Ο Μπουκόφσκι έφυγε από το σπίτι του και έζησε σαν αλήτης ταξιδεύοντας προς την Ατλάντα. Εκεί έμεινε σε μια παράγκα όπου τρεφόταν καθημερινά με σοκολάτες. Αναγκάστηκε να γυρίσει, όμως, κάποια στιγμή σπίτι του, κάτι που θα έκανε συχνά τα επόμενα χρόνια όταν δε θα είχε πουθενά αλλού να πάει.
Όταν η Αμερική πήρε μέρος ενεργά στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι φίλοι του και κυρίως ο πατέρας του, τον πίεσαν να καταταγεί στο στρατό. Ο Μπουκόφσκι δεν ένιωθε πως ήθελε να πάει στον πόλεμο, κι έτσι ξεκίνησε μια ζωή περιφερόμενου άστεγου. Τον Αύγουστο του 1944 κρίθηκε ακατάλληλος για να εκτίσει τη στρατιωτική του θητεία[1] και αργότερα κατέληξε για λίγο καιρό στη Νέα Υόρκη, όπου την περίοδο του πολέμου και σε ηλικία 24 ετών, δημοσίευσε το πρώτο του διήγημα “Aftermath of a Lengthy Rejection Slip” στο περιοδικό Story Magazine. Η Νέα Υόρκη δεν τον κέρδισε, όμως, και σύντομα έφυγε για πιο φιλόξενα μέρη.
Δυο χρόνια αργότερα,άλλο ένα διήγημά του, το “20 Tanks From Kasseldown”, θα δημοσιευθεί στο Portfolio IΙΙ. Ο Μπουκόφσκι απογοητεύτηκε από τη αργή διαδικασία εκδόσεων των έργων του, και σταμάτησε το γράψιμο για περίπου μία δεκαετία. Έζησε σε διάφορες πόλεις των Η.Π.Α, αλλά κυρίως στο Λος Άντζελες. Την περίοδο αυτή, έκανε μια σειρά από απίθανες και περίεργες δουλειές, ενώ κοιμόταν σε φτηνά, ενοικιαζόμενα δωμάτια. Στις αρχές της δεκαετίας του ‘50, έπιασε προσωρινά δουλειά στο ταχυδρομείο ως ταχυδρόμος, αλλά την παράτησε μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια. Το 1955 μπήκε αιμορραγώντας εσπευσμένα στο νοσοκομείο απόρων, έχοντας “κερδίσει” ένα έλκος στομάχου, που παρά λίγο να τον σκοτώσει.
Όταν βγήκε από το νοσοκομείο, ο Μπουκόφσκι ξεκίνησε να γράφει ποίηση. Αν και εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο αυθεντικούς και με σημαντικότατη επιρροή μεταπολεμικούς ποιητές, ο Μπουκόφσκι δεν έτυχε αναγνώρισης στην Αμερική, ούτε σε μεγάλα περιοδικά, ούτε στην ακαδημία. To 1957 παντρεύτηκε την Μπάρμπαρα Φράι (Barbara Frye), η οποία εξέδιδε το ποιητικό περιοδικό Harlequin και άρχισε να δημοσιεύει δουλειές του Μπουκόφσκι. Ο γάμος τους κράτησε περίπου δύο χρόνια. Μετά το διαζύγιο, ο Μπουκόφσκι ξαναγύρισε στο πιοτό, στην ποίηση, αλλά και στο ταχυδρομείο ως ταμίας, μια θέση την οποία κράτησε για πάνω από δώδεκα χρόνια.
Η πρώτη του ποιητική συλλογή “Flower, Fist and Bestial Wail” εκδόθηκε το 1959 σε ένα φυλλαδιάκι σε 200 αντίτυπα. Λίγο αργότερα, ο Jon Edgar Webb ο οποίος εξέδιδε το περιοδικό “The Outsider”, εντυπωσιάστηκε από τα ποιήματα του Μπουκόφσκι και άρχισε να δημοσιεύει δουλειές του. Αφιέρωσε ένα ολόκληρο τεύχος στον Μπουκόφσκι με τίτλο “Outsider of the Year”, και τελικά αποφάσισε να εκδόσει μια συλλογή της ποίησης του Μπουκόφσκι. Ο Μπουκόφσκι άρχισε να αποκτά φήμη σε underground περιοδικά και εφημερίδες, ενώ ξεκίνησε και μια στήλη στην εφημερίδα “Open City” του Λος Άντζελες, με το όνομα “Σημειώσεις ενός πορνόγερου” (“Notes of a Dirty Old Man”). Τα κείμενα της στήλης αυτής εκδόθηκαν αργότερα σε ξεχωριστό βιβλίο.
Ο Μπουκόφσκι απέκτησε μεγάλη φήμη στο εξωτερικό, και κυρίως στη Γερμανία, όπου μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ‘70, ήταν ο πιο πετυχημένος Αμερικανός συγγραφέας εκεί. Φήμη απέκτησε ακόμη στη Γαλλία, αλλά και σε άλλα μέρη της Ευρώπης, όχι όμως και στις Η.Π.Α., όπου το κοινό δεν τον αποδέχθηκε, εκτός από ένα περιορισμένο αριθμό φανατικών οπαδών του. Ο ίδιος ο Μπουκόφσκι φερόταν προκλητικά, και βοήθησε να γίνει το όνομά του διαβόητο, προκαλώντας συνεχώς αρνητικές κριτικές εναντίον του.
Το 1969, ο Τζον Μάρτιν (John Martin), εκδότης των Black Sparrow Press, δίνει 100$ το μήνα στον Μπουκόφσκι για το υπόλοιπο της ζωής του, ώστε να ασχοληθεί μόνο με τη συγγραφή. Ο Τσαρλς παραιτείται σε ηλικία 49 ετών από το ταχυδρομείο για να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Όπως εξήγησε κι ο ίδιος αργότερα σε ένα γράμμα: “Έχω μία από τις δύο επιλογές — να παραμείνω στο ταχυδρομείο και να τρελαθώ… ή να μείνεω εκεί έξω, να το παίξω συγγραφέας και να πεθάνω της πείνας. Αποφάσισα να πθάνω της πείνας.”. Σε λιγότερο από ένα μήνα, έγραψε το πρώτο του βιβλίο που ήταν το Ταχυδρομείο (Post Office), το οποίο εκδόθηκε το 1971.
Το 1976 ο Μπουκόφσκι γνώρισε την Λίντα (Linda Lee Beighle), ιδιοκτήτρια ενός εστιατόριου. Δυο χρόνια αργότερα, το ζευγάρι μετακόμισε από την περιοχή του ανατολικού Χόλλυγουντ όπου ο Μπουκόφσκι είχε ζήσει τα περισσότερα χρόνια της ζωής του, στην κοινότητα του San Pedro, τη νοτιότερη περιοχή του Λος Άντζελες. Παντρεύτηκαν το 1985.
Ο Τσαρλς Μπουκόφσκι, πέθανε από λευχαιμία στις 9 Μαρτίου 1994, στο San Pedro της California, στην ηλικία των 73 ετών, λίγο καιρό αφότου είχε τελειώσει το τελευταίο του βιβλίο “Αστυνομικό” (Pulp). Πάνω στον τάφο του είναι γραμμένες οι λέξεις “Μην Δοκιμάσεις” (Don’t Try). Σύμφωνα με τη γυναίκα του, το νόημα των παραπάνω λέξεων έχει να κάνει με τις παρακάτω φράσεις: “Εάν σπαταλάς όλη σου την ώρα προσπαθώντας, τότε το μόνο που πράττεις είναι να προσπαθείς. Γι’ αυτό μην προσπαθείς. Πράξε” (“If you spend all your time trying, then all you’re doing is trying. So don’t try. Just do”).
Το Έργο του
O Μπουκόφσκι έκανε τα πρώτα του βήματα μέσα από μικρά περιοδικά στα τέλη του ‘50, και συνέχισε κατ’ αυτόν τον τρόπο μέχρι τις αρχές του ‘90. Τα ποιήματα και τα διηγήματά του εκδόδηκαν αργότερα από τις Black Sparrow Press, σαν συλλογικοί τόμοι της δουλειάς του. Ήταν πραγματικά ένας πολύ παραγωγικός συγγραφέας. Έγραψε χιλιάδες ποιήματα, εκατοντάδες διηγήματα και έξι μυθιστορήματα, με αποτέλεσμα να εκδοθούν πάνω από 50 βιβλία του. Ακόμα και τώρα, 10 χρόνια μετά το θάνατό του, συνεχίζουν και εκδίδονται βιβλία του με ανέκδοτο υλικό. Επιρροές
Σημαντική επιρροή στο έργο του άσκησαν οι Άντον Τσέχοφ (Anton Chekhov), Knut Hamsun, Έρνεστ Χέμινγουεϊ (Ernest Hemingway), Τζον Φέιντ (John Fante), Λουί-Φερντινάντ Σελίν (Louis-Ferdinand Céline), Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (Fyodor Dostoyevsky), D.H. Lawrence και άλλοι, στους οποίους και αναφερόταν συχνά. Πολύ μεγάλη επιροή είχε επίσης πάνω του και το Λος Άντζελες, και ήταν ένα από τα αγαπημένα του θέματα. Σε μια συνέντευξη που έδωσε το 1974, είχε πει χαρακτηριστικά: “Μένεις σε μια πόλη όλη σου τη ζωή, και καταλήγεις να ξέρεις κάθε δρόμο. Γνωρίζεις ολόκληρο το χωροταξικό σχέδιο της πόλης. Έχεις μια εικόνα του που βρίσκεσαι. … Από τότε που μεγάλωσα στο Λ.Α., είχα πάντα τη γεωγραφική και πνευματική αίσθηση ότι ήμουν εδώ. Είχα αρκετό χρόνο να μάθω την πόλη. Δεν μπορώ να δω άλλο μέρος εκτός από το Λ.A
Τα έργα του Τσαρλς Μπουκόφσκι είναι στην συντριπτική τους πλειοψηφία αυτοβιογραφικά, αν και ακόμη κι αυτά, περιέχουν αρκετά φανταστικά στοιχεία. Έχοντας ζήσει περίπου μια δεκαετία στο περιθώριο, μέσα από απορία, αλκοολισμό και συνεχείς καβγάδες, συνέλεξε ένα τεράστιο ποσό εμπειριών, τις οποίες και άρχισε να αποτυπώνει σιγά σιγά στα γραπτά του. Η φιγούρα του πατέρα του φαίνεται πως τον καταδιώκει συνεχώς, αποτυπώνοντας άλλοτε μίσος και αηδία προς το πρόσωπό του, κι άλλοτε μια ανθρώπινη κατανόηση, αναγνωρίζοντας τις συνθήκες που δημιούργησαν την προσωπικότητα του πατέρα του.
Η εγκατάλειψη, ο πόνος, η φτώχεια, η απελπισία, εκφράζονται όλα μέσω των πρώιμων έργων του Μπουκόφσκι. Οι άνθρωποι που καταστράφηκαν επειδή δεν τους δόθηκε μια ευκαιρία, ή επειδή απλά δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι καλύτερο στις ζωές τους. Αλκοολικοί, άστεγοι, πόρνες, άνθρωποι που ζουν την κάθε στιγμή, χωρίς να περιμένουν τίποτα από το αύριο. Ο Μπουκόφσκι κατάφερε να διεισδύσει στις ψυχές αυτών των ανθρώπων, και να παρουσιάσει τα ταλέντα τους, τις προσωπικότητές τους, την ανθρωπιά τους. Με τρόπο λυρικό και όχι επιθετικό, κατακρίνει τους πολιτικούς, τους στρατιωτικούς και τον πόλεμο, το αμερικάνικο όνειρο και ολόκληρη την κοινωνία. Μετά τη σχετική αναγνώρισή του και την εξέλιξη της κοινωνικής του κατάστασης, ο Μπουκόφσκι αλλάζει λίγο και τη θεματολογία του. Παύει να μιλά μόνο για ιστορίες χαμένων ανθρώπων. Συναναστρεφόμενος με διαφορετικούς ανθρώπους, διανθίζει τα έργα του με σαρκαστικά σχόλια για την καινούρια του ζωή, ωριμάζοντας και μαλακώνοντας λίγο το ύφος του.
Κριτική
Από τη στιγμή του θανάτου του, ο Μπουκόφσκι έχει γίνει θέμα πάμπολλων άρθρων κριτικής απέναντι στη ζωή και το έργο του. Αν και αγαπήθηκε από πολλούς απλούς ανθρώπους και έγινε σύμβολο για ανθρώπους με ανικανότητες ή προβλήματα αλκοολισμού, οι ακαδημαϊκοί κριτικοί έχουν δώσει ελάχιστη σημασία στα γραπτά του. Θεωρείται όμως από πολλούς ως ένας πολύ σπουδαίος ποιητής, με μεγάλη επιρορή. Οι Ζαν Ζενέ (Jean Genet) και Ζαν-Πολ Σαρτρ (Jean-Paul Sartre) τον είχαν χαρακτηρίσει ως τoν “μεγαλύτερο ποιητή” της Άμερικής.
Βιβλιογραφία
Σε παρένθεση και με έντονη γραφή εμφανίζεται ο ελληνικός τίτλος του έργου, εφ’ όσον έχει εκδοθεί
- Flower, Fist and Bestial Wail (1960)
- Longshot Pomes for Broke Players (1962)
- Run with the Hunted (1962)
- It Catches My Heart in Its Hand (1963)
- Grip the walls (1964)
- Cold Dogs in the Courtyard (1965)
- Confessions of a Man Insane Enough to Live with Beasts (1965)
- Crucifix in a Deathhand (1965)
- All the Assholes in the World and Mine (1966)
- The Genius of the Crowd (1966)
- Night’s work (1966)
- At Terror Street and Agony Way (1968)
- Poems Written Before Jumping out of an 8 Story Window (1968)
- A Bukowski Sampler (1969)
- Days Run Away Like Wild Horses Over the Hills (1969)
- If we take (1969)
- Notes of a Dirty Old Man (1969) —
- (Σημειώσεις ενός Πορνόγερου Ι και ΙΙ)
- Another Academy (1970)
- Fire Station (1970)
- Post Office (1971) —
- (Το Ταχυδρομείο)
- Erections, Ejaculations, Exhibitions and General Tales of Ordinary Madness (1972) — (Ερωτικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλας)
- Me and your sometimes love poems (1972)
- Mockingbird, Wish Me Luck (1972)
- South of No North (1973) — (Ιστορίες μιας Θαμμένης Ζωής)
- Burning in Water Drowning in Flame: Selected Poems 1955-1973 (1974)
- 55 beds in the same direction (1974)
- Factotum (1975) — (Άνθρωπος για Όλες τις Δουλειές)
- The Last Poem & Tough Company (1976)
- Scarlet (1976)
- Art (1977)
- Love is a Dog from Hell (1977)
- Legs, Hips and Behind (1978)
- Women (1978) — (Γυναίκες)
- You Kissed Lilly (1978)
- A Love Poem (1979)
- Play the Piano Drunk Like a Percussion Instrument Until the Fingers Begin to Bleed a Bit (1979)
- Shakespeare Never Did This (1979)
- Dangling in the Tournefortia (1981)
- Ham on Rye (1982) — (Τοστ Ζαμπόν)
- Horsemeat (1982)
- The Last Generation (1982)
- Bring Me Your Love (illustrated by Robert Crumb) (1983)
- The Bukowski/Purdy Letters (1983)
- Hot Water Music (1983) — (Πόλη των Αγγέλων) και (Βρώμικος Κόσμος)
- Sparks (1983)
- Going Modern (1984)
- Horses Don’t Bet on People and Neither Do I (1984)
- One For The Old Boy (1984)
- There’s No Business (illustrated by Robert Crumb) (1984)
- War All the Time: Poems 1981-1984 (1984)
- Alone In A Time Of Armies (1985)
- The Day it Snowed in L.A. (1986)
- Gold In Your Eye (1986)
- Relentless As The Tarantula (1986)
- The Wedding (1986)
- You Get So Alone at Times It Just Makes Sense (1986)
- Luck (1987)
- The Movie “Barfly” (1987)
- Beauti-Ful (1988)
- The Movie Critics (1988)
- Roominghouse Madrigals: Early Selected Poems 1946-1966 (1988)
- Hollywood (1989) — (Ηollywood)
- If You Let Them Kill You They Will (1989)
- Red (1989)
- We Ain’t Got No Money Honey (1989)
- Darkness & Ice (1990)
- Not Quite Bernadette (1990)
- Septuagenarian Stew: Stories and Poems (1990)
- This (1990)
- In The Morning And At Night (1991)
- In The Shadow Of The Rose (1991)
- People Poems (1991)
- Last Night of the Earth Poems (1992)
- Now (1992)
- Three Poems (1992)
- Between The Earthquake (1993)
- Run with the Hunted: A Charles Bukowski Reader (1993)
- Screams from the Balcony: Selected Letters 1960-1970 (1993)
- Those Marvelous Lunches (1993)
- Pulp (1994) — (Αστυνομικό)
- Confession Of A Coward (1995)
- Heat Wave (1995)
- Living on Luck: Selected Letters 1960s-1970s, Volume 2 (1995)
- Shakespeare Never Did This (augmented edition) (1995)
- Betting on the Muse: Poems & Stories (1996)
- The Laughing Heart (1996)
- Bone Palace Ballet (1997)
- A New War (1997)
- The Captain Is Out to Lunch and the Sailors Have Taken Over the Ship (1998)
- To Lean Back Into It (1998)
- Reach for the Sun: Selected Letters 1978-1994, Volume 3 (1999)
- The Singer (1999)
- What Matters Most Is How Well You Walk Through the Fire (1999)
- Open All Night (2000)
- Popcorn In The Dark (2000)
- Beerspit Night and Cursing: The Correspondence of Charles Bukowski and Sheri Martinelli 1960-1967 (2001)
- The night torn mad with footsteps (2001)
- Pink Silks (2001)
- The Simple Truth (2002)
- Sifting Through The Madness for the Word, The Line, The Way: New Poems (2003) — (Να Περιφέρεσαι στην Τρέλα)
- as Buddha smiles (2004)
- The Flash of Lightning Behind the Mountain: New Poems (2004) —
- (Η Λάμψη της Αστραπής Πίσω από το Βουνό)
- Slouching Toward Nirvana (2005)
- Come On In!: New Poems (2006)
Στα Ελληνικά κυκλοφορούν επίσης και ποιητικές συλλογές με επιλεγμένα ποιήματα από διάφορες ποιητικές συλλογές του Τσαρλς Μπουκόφσκι, με τίτλους
- Η Αγάπη Είναι Ένας Σκύλος από την Κόλαση
- Αγωνίας και Τρόμου Γωνία
- Υπεραστικό Μεθύσι







Στο ποιημά του , Τι Θέλουν , ο Μπουκόβσκι είναι σαφής σε όσους των αμφισβητούν . Θέλουν ένα αφορεσμένο σκηνικό
….αυτό το λεφούσι των γελοίων…κ.λ.π Χωρίς καμία αμφισβήτηση από τις μεγαλύτερες πένες της παγκόσμιας
λογοτεχνίας μαζί με τον Μαγιακόβσκι .