
Εσείς θα καταφέρετε;
Αμέσως άλλαξα σα σκίτσο τη ημέρα,
ρίχνοντας την μπογιά απ’ τον κουβά,
έδειξα πάνω στην ανάγλυφή μας σφαίρα
ανάγλυφα του κόσμου τα καλά και τα στραβά.
Στα λέπια των ψαριών τα κρύα
εύκολα διάβασα τα δόγματα της κοσμοσυρροής.
Εσείς
θα καταφέρετε
να παίξετε τη νυκτωδία, σε ένα φλάουτο
από σωλήνες της υδρορροής;

К ответу! Гремит и гремит войны барабан.
Зовет железо в живых втыкать.
Из каждой страны
за рабом раба
бросают на сталь штыка.
За что?
Дрожит земля
голодна,
раздета.
Выпарили человечество кровавой баней
только для того,
чтоб кто-то
где-то
разжился Албанией.
Сцепилась злость человечьих свор,
падает на мир за ударом удар
только для того,
чтоб бесплатно
Босфор
проходили чьи-то суда.
Скоро
у мира
не останется неполоманного ребра.
И душу вытащат.
И растопчут там её
только для того,
чтоб кто-то
к рукам прибрал
Месопотамию.
Во имя чего
сапог
землю растаптывает скрипящ и груб?
Кто над небом бoёв -
свобода?
Бог?
Рубль!
Когда же всанешь во весь свой рост,
ты,
отдающий жизнь свою им?
Когда же в лицо им бросишь вопрос:
за что воюем?
Χτυπάει ασταμάτητα το τύμπανο του πολέμου
Καλεί να μπήγουν σίδερο στους ζωντανούς.
Από τις διάφορες επικράτειες τους πολίτες
σαν σκλάβους πουλημένους
πετούν στην κόψη της λόγχης.
Για τι;
Τρέμει η γη
πεινασμένη,
απογυμνωμένη.
Ζεμάτισαν την ανθρωπότητα στο λουτρώνα αιματηρό
μόνο γιατί
κάποιος επιμένει
να κερδίσει την Αλβανία.
Αρπάχθηκε το μίσος των ανθρώπινων σκυλολογιών αιμόχαρο,
πέφτουν στο σώμα της γης χτυπήματα ανελέητα,
μόνο για να περάσουν
τον Βόσπορο
καράβια κάποια αφορολόγητα.
Σύντομα
η γη
δε θα’ χει άσπαστο πλευρό.
Και την ψυχή θα βγάλουν
με τα χέρια απλωμένα στα δημόσια ταμεία,
μόνο για να
πάρει κάποιος
στα χέρια του
τη Μεσοποταμία.
Εν ονόματι ποιών συμφερόντων
η αρβύλα
τη γη καταπατεί τρίζοντας άγρια;
Τι είναι εκεί στον ουρανό των μαχών;
Ελευθερία;
Θεός;
Δολάριο!
Πότε επιτέλους θα σηκωθείς με όλο σου τ’ ανάστημα
εσύ,
που τη ζωή σου δίνεις ηλίθια;
Πότε θα πετάξεις στα μούτρα τους την ερώτηση
γιατί πολεμάμε, αλήθεια!
1917
TO TEΛΕΥΤΑΙΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΡΩΣΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
Σε όλους
Για το θάνατό μου μην κατηγορήσετε κανένα
και παρακαλώ να λείψουν τα κουτσομπολιά.
Το απεχθανόταν αυτό φοβερά ο μακαρίτης.
Μητέρα, αδελφές και σύντροφοι, συγχωρέστε με – αυτός δεν είναι τρόπος-
(δεν τον συμβουλεύω σε άλλους)
μα δεν έχω διέξοδο. Λίλια αγάπαμε.
Συντρόφισσα κυβέρνηση, η οικογένειά μου είναι
η Λίλια Μπρικ, η μητέρα, οι αδελφές και η Βερόνικα Βιτόλοτοβα Πολόνσκαγια.
Αν τους εξασφαλίσεις μια υποφερτή ζωή, ευχαριστώ. Τ’ αρχινισμένα ποιήματα δώστε τα στους Μπρικ.
Αυτοί θα τα ξεδιαλύνουν.
“Το επεισόδιο θεωρείται λήξαν” καθώς λεν
και εμείς ας πούμε
τη βάρκα του έρωτα
τη συνέτριψε η ζωή.
Είμαστε πάτσι τώρα οι δυό μας
και δεν έχει νόημα να καταγραφούνε κάθε αμοιβαίος πόνος, συμφορά και προσβολή.
Να ‘στε καλά.
Βλαντιμίρ ΜαγιακόφσκιΥστερόγραφο 12.IV.30
Σύντροφοι της ΡΑΠΠ. Μη με θεωρήσετε λιγόψυχο.
Σοβαρά, τίποτα δεν μπορεί να γίνει.
Γειά σας.
Πέστε του Γιερμίλοφ, λυπάμαι που έβγαλα το σύνθημα,
έπρεπε να συνεχίσω τον καυγά ως το τέλος.
Β.Μ. Στο τραπέζι μου είναι 2.000 ρούβλια – δώστε τα στην Εφορία.
Τα υπόλοιπα πάρτε τα απ’ τις Κρατικές Εκδόσεις.Β.Μ.
ΣΤΙΧΟΙ ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΒΙΕΤΙΚΟ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟ
Θα καταβροχθίσω
τη γραφειοκρατία
σα λύκος
Δε σέβομαι
τα πιστοποιητικά
και στέλνω
σ’ όλους τους διαόλους
όλα τα «χαρτιά».
Όμως αυτό …
Πηγαίνοντας ξυστά
στα βαγόνια,
ένας δημόσιος υπάλληλος
αξιοσέβαστος
προχωρεί
Καθένας δείχνει το διαβατήριό του
κι εγώ
δίνω
το
μικρό μου κόκκινο καρνέ.
Είναι διαβατήρια
που σου φέρνουνε το γέλιο,
άλλα πάλι –
σου ‘ρχεται να τα φτύσεις.
Είναι, λόγου χάρη,
άξια σεβασμού
τα διαβατήρια
με το εγγλέζικο λιοντάρι
απ’ τις δυο μεριές.
Τρώγοντας
με τα μάτια αυτόν τον κύριο,
με χαιρετούρες κι υποκλίσεις
παίρνει
σα να παίρνει πουρμπουάρ,
το διαβατήριο
ενός Αμερικάνου.
Για το πολωνικό
παίρνει το ύφος
μιας κατσίκας που κοιτάζει μιαν αφίσα.
Για το πολωνικό –
το μέτωπο είναι ζαρωμένο.
Όμως, δίχως
το κεφάλι του να στρέψει,
χωρίς να δοκιμάσει
συγκινήσεις ζωηρές,
δέχεται
δίχως τα μάτια του ν’ ανοιγοκλείσει
τα δανέζικα χαρτιά
και το σουηδικά
όλων
των ειδών.
Ξαφνικά,
σα γλειμμένο απ’ τη φωτιά,
το στόμα
του κυρίου
στραβώνει.
Ο κύριος
υπάλληλος
άγγιξε
το κόκκινό μου διαβατήριο.
Τ’ αγγίζει σα να ‘ταν
μια βόμβα,
τ’ αγγίζει σα να ‘ταν
σκατζόχερας,
σα να ‘ταν
ξυράφι δίκοπο,
τ’ αγγίζει σα να ‘ταν
κροταλίας
με δυο δεκάδες γλώσσες,
που ‘χει δυο μέτρα μάκρος και περισσότερο.
Το διαβατήριο
θάμπωσε
το βλέμμα του αχθοφόρου,
που ετοιμάζεται να κουβαλήσει τις αποσκευές δίχως αμοιβή.
Ο αστυφύλακας
κοιτάζει το μυστικό,
ο μυστικός
τον αστυφύλακα.
Με πόση απόλαυση
θα μ’ είχε
μαστιγώσει, σταυρώσει
η φάρα των αστυφυλάκων,
επειδή
κρατώ στα δυο μου χέρια,
ο στηριχτής του δρεπανιού,
του σφυριού ο φορέας,
το σοβιετικό μου
διαβατήριο.
Θα καταβροχθίσω
τη γραφειοκρατία
σα λύκος
Δε σέβομαι
τα πιστοποιητικά
και στέλνω
σ’ όλους τους διαόλους
όλα τα «χαρτιά».
Όμως, αυτό …
Θα τραβήξω
απ’ τις βαθιές μου τσέπες
την απόδειξη
μεγάλου συναλλάγματος.
Διαβάστε καλά,
ζηλέψτε –
είμαι
ένας πολίτης
της Σοβιετικής Ένωσης.
Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι, 1929
Σύννεφο με παντελόνια
Τη σκέψη σας που νείρεται
πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξιγκόθρεφτος λακές
σ’ ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου.
Φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.
Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχιά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω
εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.
Εσείς οι αβροί!…
Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.
Όμως εσείς,
θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα;
Ελάτε να σας δασκαλέψω,
εσάς τη μπατιστένια απ’ το σαλόνι,
εσάς την άψογο υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων
κι εσάς που ξεφυλλίζετε ήρεμα-ήρεμα τα χείλη σας
σα μια μαγείρισσα που ξεφυλλίζει τις σελίδες του οδηγού μαγειρικής.
Θέλετε
θα ‘μαι ακέραιος, όλο κρέας λυσσασμένος
-κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός-
θέλετε-
θα ‘μαι η άχραντη ευγένεια
-όχι άντρας πια, μα σύγνεφο με παντελόνια
πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξιγκόθρεφτος λακές
σ’ ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου.
Φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχιά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω
εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.
Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.
θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα;
Ελάτε να σας δασκαλέψω,
εσάς τη μπατιστένια απ’ το σαλόνι,
εσάς την άψογο υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων
κι εσάς που ξεφυλλίζετε ήρεμα-ήρεμα τα χείλη σας
σα μια μαγείρισσα που ξεφυλλίζει τις σελίδες του οδηγού μαγειρικής.
θα ‘μαι ακέραιος, όλο κρέας λυσσασμένος
-κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός-
θέλετε-
θα ‘μαι η άχραντη ευγένεια
-όχι άντρας πια, μα σύγνεφο με παντελόνια
Βλαδίμηρος Μαγιακοφσκι
Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος
Ν. Καρούζος
Μαγιακόφσκι
Ωραίος απ’ τη θύελλα της βιομηχανίας
αεροπόρος των ηλιόλουστων ημερών
μεγάλο δάκρυ
που κατεβαίνει ως τα χείλη
για να καίει τις αθάνατες Μαρίες
ο Βλαντιμίρ.
Ίσως έπρεπε πριν απ’ την ένδοξη ταφή
να φωτίζεται με προβολείς ο νεκρός του.
Ίσως αξίζει να τον βλέπουμε σαν καταρράκτη
ανάμεσα στην ορμή τ’ ουρανού και στα δάση.
Ίσως έπρεπε να διευθύνει κοσμοδρόμια.
Πάντως
μ’ αρέσει που έπιασε την παλιά Ρωσία απ’ τα μαλλιά
και την έστειλε στο διάβολο
θρυμματίζοντας μια κιθάρα στο κεφάλι της.
Μ’ αρέσει που δεν θα πεθάνει ποτέ
γιατί δεν ξεχώρισε τη συμφορά και την ποίηση.
Μ’ αρέσει γιατί στάθηκε στο ύψος του
ο Βλαντιμίρ.
Αυτός είναι που έδινε στον Κουτούζωφ
τη μυστηριώδη δύναμη.
Αυτός είναι που σκύλιαζε πραγματικά
για το μέλλον. Αυτός
έλαμπε στην κατάλευκη ορμή του Ουλιάνωφ.
Απ’ την άγνωστη χαραυγή μας, απ’ τα σπήλαια,
έτσι δείχνουν τα πράγματα.
Η ζωή θα πρέπει να προσχωρήσει μαζί του
ολάκερη καθώς τη χάρισε στην καρδιά των δικαίων.
Η ζωή θα χρειαστεί και πάλι τους χαρταετούς.
Απ’ το βαρύ του φέρετρο πετάγονταν
πυροτεχνήματα ψηλά στη νύχτα
κι απ’ τη βαθειά ειρήνη της σιωπής του
έβγαινε ο καπνός της μέσα μάχης. Ας είναι λοιπόν…
Ας είναι κι ο Βλαντιμίρ ένα σύμβολο
ανοιχτό στην ευτυχία.
Δεν ξέρω, βέβαια, τι είναι ευτυχία.
Γνωρίζω όμως τον αγώνα για δαύτη.
Δεν ξέρω τι κρύβει ο έρωτας.
Γνωρίζω μονάχα
πως είναι οι εξήντα τέσσερες άνεμοι.
Γνωρίζω πως είναι όλες οι ανατολές του ήλιου –
τέτοια τύχη
τέτοια τύχη!
(Δημοσιεύτηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 146, Φλεβάρης 1967, σελ. 133)
Σημαίνουσα θέση ανάμεσα στους διανοούμενους που ύμνησαν την Οκτωβριανή Επανάσταση κατέχει ο αδιαμφισβήτητος βάρδος της, Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι (1893 – 1930), αλλά και ο ευρύτερος κύκλος των λογίων του ΛΕΦ (Αριστερό Μέτωπο Τέχνης), το οποίο ίδρυσε το 1923. Ο Μαγιακόφσκι έθεσε τον εαυτό του στην υπηρεσία της επανάστασης κατά πολλούς τρόπους. Πρώτα – πρώτα, με το πλούσιο, αισθητικά πρωτότυπο και με σαφήνεια προσανατολισμένο στη στήριξη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης έργο του. Επειτα, με τους αισθητικούς προβληματισμούς τόσο του ίδιου όσο και του κύκλου του ΛΕΦ, σε σχέση με την κοινωνική σημασία της τέχνης και με την αντανάκλασή της στη μορφή του καλλιτεχνικού δημιουργήματος.
Οι ρηξικέλευθες αισθητικές αντιλήψεις του Μαγιακόφσκι εμπεριείχαν πάντως ένα θεωρητικό σφάλμα: την άρνηση όλης της προηγούμενης πολιτιστικής παράδοσης της ανθρωπότητας και την άποψη ότι ένα σύστημα τόσο νέο όσο το σοβιετικό δεν μπορούσε παρά να εκφραστεί μόνο μέσα από εντελώς νέες αισθητικές μορφές. Από εδώ ξεκινά και η μορφική προσέγγιση του έργου του με το φουτουρισμό, την αισθητική αντίληψη που αρνείται οποιαδήποτε αξιοποίηση και επιβίωση μορφών τέχνης του παρελθόντος και που ιδεολογικο-πολιτικά χωρίστηκε σε δύο απολύτως εχθρικά μεταξύ τους ρεύματα, γεωγραφικά προσδιορισμένα: ο ιταλικός φουτουρισμός συνδέθηκε με το κίνημα του φασισμού. Αντίθετα, ο φουτουρισμός στην επαναστατημένη Ρωσία συνδέθηκε στενά με την επανάσταση και την ύμνησε.
Προκλητικός στις απόψεις, στο ντύσιμο και στον τρόπο ζωής, ο νεότατος άνδρας που, από τα εφηβικά του χρόνια είχε γίνει μέλος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (του μετέπειτα Κόμματος των Μπολσεβίκων) και είχε γνωρίσει την εμπειρία των τσαρικών φυλακών, τάχθηκε αυτονόητα στο πλευρό της επανάστασης και κατέστη ο βάρδος της. Η αξία του λογοτεχνικού και δραματικού έργου του οφείλεται ακριβώς στη σύνδεσή του με την επανάσταση: είναι ο διθύραμβος για τους θριάμβους της, αλλά και η εναγώνια προφητεία για τους κινδύνους του μέλλοντός της.
»
Ο Μαγιακόφσκι όμως πρόσφερε στη σοβιετική κουλτούρα και σε ένα ακόμη επίπεδο: Η προσφορά αυτή σχετίζεται με μία «χρησιμοθηρική» αντίληψη για τη λειτουργία της τέχνης, πάρα πολύ ωφέλιμη για τα πρώτα βήματα του σοσιαλιστικού καθεστώτος. Σε αυτή την περίπτωση, η τέχνη όχι μόνο ψυχαγωγεί και διαπαιδαγωγεί αισθητικά και ιδεολογικά το λαό, αλλά και τον ενημερώνει, ακόμη και για τα πιο απλά, πρακτικά ζητήματα. Ο πολυπράγμων Μαγιακόφσκι σχεδίαζε, ως προπαγανδιστικό υλικό για το πρακτορείο ΡΟΣΤΑ (πρόδρομο του σοβιετικού πρακτορείου ΤΑΣ), αφίσες που, με πολύ εύγλωττο τρόπο, αναφέρονταν σε όλα τα τρέχοντα ζητήματα της σοβιετικής πολιτικής ζωής: από τις νίκες του Κόκκινου Στρατού κατά των Εθνοφρουρών, μέχρι την ανάγκη μαζικού εμβολιασμού του πληθυσμού.
Το 1930, ο Μαγιακόφσκι θα θέσει ο ίδιος τέρμα στη σύντομη αλλά πλούσια ζωή του, με έναν πυροβολισμό. Ο ποιητής που οραματίστηκε και περιέγραψε όπως άλλος κανείς το φωτεινό μέλλον την ανθρωπότητας, αρνούμενος ωστόσο την ιστορική πείρα του παρελθόντος της, εγκλωβισμένος σε ένα πλέγμα προσωπικών αδιεξόδων (όχι άσχετων πάντως με συνολικότερους ιδεολογικούς προβληματισμούς που αφορούσαν το πεδίο των διαπροσωπικών σχέσεων και που αναπτύσσονταν πάνω στο έδαφος της πολιτικο-ιδεολογικής διαπάλης που ξέσπασε από πολύ νωρίς στους κόλπους των μπολσεβίκων), κινούμενος ανάμεσα στο διθύραμβο και στην κριτική γι’ αυτή την πρώτη νικηφόρα «έφοδο στον ουρανό», συντρίφτηκε από το βάρος της εποχής και των οραμάτων του. Δεν τα εγκατέλειψε, δεν τα αρνήθηκε, τα ύμνησε μέχρι τέλους. Για τούτο και μέχρι σήμερα, «σείων σα μπολσεβίκικη ταυτότητα, κομματική, τους εκατό τόμους μαζί όλων του των κομματικών, των μπολσεβίκικων βιβλίων», κυριαρχεί, ως πρότυπο επαναστάτη – ποιητή, στην ποίηση του αιώνα που πέρασε, «όχι άντρας πια, μα σύννεφο με παντελόνια».
εργογραφία
– 1912: «Χαστούκι στο γούστο του κοινού» (θεωρητικό κείμενο, μανιφέστο του κυβοφουτουρισμού).
– 1913: «Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι. Μια τραγωδία» (θεατρικό).
– 1915: «Ο αδέσποτος σκύλος», «Σύννεφο με παντελόνια» (ποιήματα).
– 1917 – 1918: «Μυστήριο Μπούφο» (θεατρικό στην τελική του μορφή, παίζεται το 1920, στο δεύτερο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς).
– 1918: «Ωδή στην Επανάσταση» (ποίημα), «Σταρίσια λέξη» (συλλογή).
– 1919: «Αριστερό Εμβατήριο» (ποίημα).
– 1921: «150.000.000» (ποίημα, δημοσιεύτηκε ανώνυμα).
– 1922: «Παρασυνεδριαζόμενοι» (σατιρικό ποίημα).
– 1923: «Αγαπώ», «Γι’ αυτό» (ποιήματα).
– 1924: «Βλαντίμιρ Ιλιτς Λένιν (ποίημα).
– 1924 – 1925: ποιήματα και σκίτσα εμπνευσμένα από τις περιοδείες του στη Δυτική Ευρώπη, στις ΗΠΑ, στο Μεξικό και την Κούβα.
– 1926: «Πώς γίνεται η ποίηση» (πεζογράφημα).
– 1927: «Καλά» (συνθετικό ποίημα). Σειρά σεναρίων για τον κινηματογράφο.
– 1928: «Ο κοριός» (θεατρικό).
– 1929: «Το χαμάμ» (θεατρικό).






Εραστής του ονείρου. Βάναυσος ρεαλιστής. Και γι’ αυτό επικίνδυνος. Και γι’ αυτό ωραίος.
Приветик! я тогда с другом открыл сайт