ΕΝΝΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΥΦΑΝΤΗ

cogan_thinking_of_venus_21x15

Περιοδικό «ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ» τεύχος 144

 

ΕΝΝΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΥΦΑΝΤΗ

 ΑΡΑΚΥΝΘΟΣ

    

 

            Aράκυνθος

            μ’ αυτό το νθ στο «Zάκυνθος»

κι ακόμα στο «υάκινθος»,

            στο «Όλυνθος», στο «Kόρινθος», στο «άνθος» και στο «άκανθος»

και στον Ερύμανθο να ψάχνεις τον ερήμανθο

της Πενθεσίλειας και του ένθεου Κυνός

που τρέχει πίσω από τις φτέρνες του Ωρίωνος.

 

            Aράκυνθος

            του αρακά το άνθος κι ας λανθάνω

            αρκεί που στο παιχνίδι μου αλάνθαστα μανθάνω

            τις έστιν ο ηλίανθος, το πένθος κι ο Πενθέας

τις έστιν ο αλίανθος, κι αυτή της Λευκοθέας

η άπατη ενθύμηση που ερέβυνθο τη λέγει

όταν η Κύνθεια ναυαγούς τους κάνθαρους συλλέγει.

 

 

ΤΑΔΕ ΕΦΗ ΤΖΑΡΑΤΟΥΣΤΡΑ 

 

Ο Λύκος βγήκε στα βουνά,

τον αδερφό του τον φονιά,

τον Άγιον Ήλιο ν’ ανταμώσει

κι ένα στιχάκι να του δώσει.

 

Χαίρε ο που μεσουρανείς

κι όλη τη Γη ζωογονείς,

που βασιλεύεις όταν δύων

ω ακατάσβεστο αιδοίον.

 

 

ΜΟΥ ’ΠΕ ΤΗΣ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗΣ ΤΟ ΠΑΙΔΙΟΝ

 

Μού ’πε της Ευφροσύνης το παιδίον:

«Πάντα εγώ τ’ αλλότρια τα κρίνω εξ αιδοίων».

 

 

 

ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

 

Αυγά, του έρωτα παιδιά, γεννιούνται στη φωλιά.

Κι άλλ’ απ’ αυτά θα γίνουνε ελεύθερα πουλιά

κι άλλα θα γίνουν θαυμαστά μάτια τηγανητά.

 

Τέλος υπάρχουν και τ’ αυγά εκείνα που κλουβιάζουν

και την αδρεναλίνη ως λεν στα ύψη ανεβάζουν

όταν στη μούρη κανενός επίσημου τα σπάζουν.

 

 

ΓΙΑΠΗΣ ΠΗΓΕ ΣΕ ΓΙΑΠΙ

 

Γιάπης πήγε σε γιαπί

να μαδήσει ένα παπί

και τον πιάσαν τα λαμόγια

να τον δώσουνε στον μπόγια.

 

Τους ξεφεύγει κι αστραπή

χώνεται σ’ ένα καπί

τις γιαγιάδες να γαμάει

και γερά να κονομάει.

 

 

ΞΑΦΝΙΑΣΜΑ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ

 

Στόμα μου πληγωμένο κι άφταστο,

σώμα μου αγαπημένο κι άπιαστο.

Κλειστά μου βλέφαρα στα χείλη μου απαλά,

μαλλιά μου ευωδιαστά, στο πρόσωπό μου

απρόσμενη, παρήγορη δροσιά,

ανάπαυση για λίγο της γλυκειάς μου ταραχής,

πηγή ανέγγιχτη σα μέσα σε καθρέφτη,

λαχτάρα της νομάδας μου ψυχής,

ξάφνιασμα της γραφής άστρου που πέφτει.

 

 

ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΙΑΣ ΕΦΗΒΗΣ *

 

«Με σάτυρο και με Χριστό μοιάζει αυτός.

Μα είν’ αλήθεια πως τα έχει τα χρονάκια του.

Σαρανταπέντε, με πενήντα. Ή πιο πάνω;

 

Υπάρχουν κούκλοι γύρω μου, τι να τον κάμω αυτόν;

Και οι γονείς μου θα μου λέγαν «τον παππού σου;».

 

Μ’ αν είχ’ εκατομμύρια, οι άχρηστοι,

νέο θα τον ευρίσκανε και με χιλιάδες χάρες.

 

Να τον ξανακοιτάξω. Ωχ, αμάν!

Μ’ αρέσει διάβολε! Κι ανάθεμα, ανάθεμα

στην κοινωνία που φθονεί, στην κοινωνία

τη δολοφονική που δεν αφήνει

ν’ αγαπηθούμε λεύτερα, μ’ όποιονε μας γουστάρει».

 

 

 

ΦΩΝΕΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

 

Α

Η Εκκλησία να ευλογά την συζυγο-πορνεία.

Κι ο νταβαντζής να μας πουλά στου πάρκου τη γωνία.

 

Β

Μας θέλουν στα ναρκωτικά και στα ψυχιατρεία

παρά ν’ αναστενάζουμε στου πούτσου τη λατρεία.

 

 

ΣΑ ΔΕΙΣ ΔΥΟ ΠΕΤΡΙΝΑ ΒΟΥΝΑ

 

Σα δεις δυο πέτρινα βουνά, το ένα να χτυπάει

πάνω στο άλλο δυνατά τόσο που να βογγάει

απ’ την προσπάθεια την πολλή κι ο κρότος να ηχάει

τριγύρω στα πετρώματα στα μέτωπα των βράχων,

μην πεις πως οι συντρόφοι σου σ’ αφήσανε μονάχον

στις Συμπληγάδες εμπροστά εσένανε τον βλάχον.

Κι αν δεις απ’ τη δυόροφη σπηλιά τους να προβαίνουν

κεφάλια πού ’χουνε ωχρά μάτια κοκκινισμένα

και δέρματα πανάρχαια πού ’ναι ξεροσκασμένα

μην πεις ότι στη μίζερη ζωή σου επεμβαίνουν

δυο δράκοι που μαλώνοντας στον κήπο σου εμβαίνουν

κι ούτε πως βλέπεις δυο βουνά που η πίστη σου κινάει.

Αυτά που βλέπεις κ’ η στενή κούτρα σου δεν χωράει

είναι χελώνες που μοχθούν να σμίξουν τα καυλιά τους

και στην προσπάθεια την πολλή χτυπούνε τα καυκιά τους.

 

 

____________________

*Από βλακεία είτε υποκρισία, λένε στα σχολικά βιβλία διάφορα για το ποίημα του Ελύτη

ΜΙΚΡΗ ΠΡΑΣΙΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ. Διάφορα κι άσχετα.

Και βέβαια ο ποιητής νοιώθει ερωτευμένος με τη θάλασσα τη μεγάλη όπως και με τη θάλασσα τη μικρή.

Αλλά η Μικρή πράσινη θάλασσα,  δεκατριώ χρονώ, πάνω απ’ όλα και πριν απ’

 όλα, είναι ό,τι ακριβώς και η Κοντούλα λεμονιά, του άγνωστου Ηπειρώτη ποιητή.

                Είναι ό,τι και το Σμυρνέικο ή Πολίτικο:

 

                Από ξένο τόπο κι απ’ αλαργινό

ήρθ’ ένα κορίτσι φως μου δώδεκα χρονώ…

 

                Είναι ακριβώς ό,τι και το θαυμάσιο Θρακικό (και πάλι αγνώστου ποιητή) που το

 τραγουδά ο έξοχος Χρόνης Αηδονίδης:

 

                …Δώδεκα χρονώ η Ματένια  / πού το βρήκε το παιδί;…

 

Είναι ακριβώς ό,τι και το παρακάτω δημοτικό των νησιών:

 

Πέρα στην Άγια Μαρίνη και στην Παναγιά

δώδεκα χρονώ κορίτσι εγίνη καλογριά.

Μήτε το σταυρό του κάνει, μήτε προσκυνά

μόν’ κοιτά τα παλλικάρια και κρυφογελά.

Και στα σταυροδρόμια πάει και κρασί πουλά.

-Πόσο το πουλάς κυρά μου πόσο την οκά

-Πέντε φράγκα στους γερόντους ντζάπα στα παιδιά.

 

Μα και ποιος ξεχνά το έξοχο Χριστινάκι του Βασίλη Ρώτα;

 

…που ήταν δώδεκα χρονώ

παρθένα Παναγιά μου

κι έλαμπε η γειτονιά μου.

 cogan_coffee_break_26x17

There are no comments on this post.

Υποβολή απάντησης